Προτάσεις του Ελληνικού Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών του Ελσίνκι σχετικά με την ενσωμάτωση της Απόφασης-Πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ για την καταπολέμηση ορισμένων μορφών και εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας μέσω του ποινικού δικαίου

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΣΥΜΦΩΝΙΩΝ ΤΟΥ ΕΛΣΙΝΚΙ (ΕΠΣΕ)
Τ.Θ. 60820, 15304 Γλυκά Νερά, Tηλ. 2103472259 Fax: 2106018760
email: office@greekhelsinki.gr ιστοσελίδα: http://cm.greekhelsinki.gr/


Προτάσεις του Ελληνικού Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών του Ελσίνκι σχετικά με την ενσωμάτωση της Απόφασης-Πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ για την καταπολέμηση ορισμένων μορφών και εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας μέσω του ποινικού δικαίου

 30 Ιουλίου 2010

 Ιστορικό

Με το από 29 Ιουνίου 2010 έγγραφό της, η Ειδική Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρώπινων Δικαιωμάτων προσκάλεσε έξι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (ΜΚΟ), μεταξύ των οποίων και το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ), καθώς και το Πανελλαδικό Διαδημοτικό Δίκτυο ROM, να υποβάλλουν προτάσεις σχετικά με την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη της ανωτέρω Απόφασης-Πλαίσιο. Η αρχική καταληκτική ημερομηνία υποβολής των προτάσεων της 20 Ιουλίου 2010 παρατάθηκε μέχρι τις 30 Ιουλίου 2010 για το ΕΠΣΕ μετά από αίτημά του. Στα πλαίσια της διαβούλευσης αυτής, το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ) υποβάλλει στην Επιτροπή τις ακόλουθες προτάσεις.

Ι. Γενικές παρατηρήσεις

Το ΕΠΣΕ θεωρεί ότι με την ευκαιρία της ενσωμάτωσης της εν λόγω Απόφασης-Πλαίσιο, η Πολιτεία οφείλει να επανεξετάσει το ευρύτερο πλέγμα νομοθετικών διατάξεων που αφορούν την καταπολέμηση (ποινική και μη) των διακρίσεων, ενώ παράλληλα οφείλει να προβεί σε λήψη σειράς υποστηρικτικών μέτρων και πρωτοβουλιών όπως η ευαισθητοποίηση και επιμόρφωση δικαστικών λειτουργών και αστυνομικών. Η διπλή αυτή αναγκαιότητα επιβάλλεται από τους εξής λόγους.

Πρώτον, ο ρατσισμός και η ξενοφοβία αποτελούν πολυσύνθετα κοινωνικοπολιτικά φαινόμενα και κατά συνέπεια η αποτελεσματική αντιμετώπισή τους δεν θα μπορούσε παρά να συνεπάγεται την λήψη ευρείας δέσμης μέτρων και πρωτοβουλιών. Πράγματι, όπως αναφέρεται και στο Προοίμιο της Απόφασης-Πλαίσιο: [1]

«Τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν ότι η καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας απαιτεί τη λήψη ποικίλων μέτρων εντός συνολικού πλαισίου και δεν είναι δυνατόν να περιορίζεται σε ποινικά ζητήματα.»

Δεύτερον, η Ελλάδα έχει πολλές φορές επικριθεί από διακυβερνητικά όργανα εμπειρογνωμόνων για τη μη αποτελεσματική εφαρμογή των υφιστάμενων σχετικών νομικών διατάξεων (Ν. 927/1979 και Ν. 3304/2005, όπως ισχύουν). Έχει λοιπόν την υποχρέωση να συμμορφωθεί με τις συγκεκριμένες συστάσεις τους και να τα ενημερώσει για τις σχετικές ενέργειές της.

Στις 19 Αυγούστου 2009, η Επιτροπή του ΟΗΕ για την Εξάλειψη των Φυλετικών Διακρίσεων (UN CERD) αποφάνθηκε για την Ελλάδα:[2]

«(…) 10. Η Επιτροπή ανησυχεί για το ότι το Κράτος μέλος [Ελλάδα] δεν εφαρμόζει αποτελεσματικά τις νομικές διατάξεις που αποσκοπούν στην εξάλειψη των φυλετικών διακρίσεων και ιδίως αυτές που σχετίζονται με την ποινική δίωξη και την τιμωρία των εγκλημάτων με ρατσιστικό κίνητρο.

Η Επιτροπή καλεί το Κράτος μέλος να διασφαλίσει την αποτελεσματική εφαρμογή όλων των νομικών διατάξεων που αποσκοπούν στην εξάλειψη των φυλετικών διακρίσεων καθώς και το ότι τα εγκλήματα με ρατσιστικό κίνητρο θα διώκονται ποινικά και θα τιμωρούνται με αποτελεσματικό τρόπο. Η Επιτροπή περαιτέρω ζητά από το Κράτος μέλος να παράσχει στην επόμενη έκθεσή του επικαιροποιημένες πληροφορίες όσον αφορά την εκ μέρους των δικαστηρίων εφαρμογή των ποινικών διατάξεων που τιμωρούν πράξεις φυλετικών διακρίσεων, όπως αυτές που περιλαμβάνονται στο Νόμο 927/1979. Τέτοιες πληροφορίες θα πρέπει να περιλαμβάνουν τον αριθμό και τη φύση των υποθέσεων ενώπιον της δικαιοσύνης, τις καταδίκες που αποφασίστηκαν και τις ποινές που επιβλήθηκαν, όπως και κάθε αποζημίωση ή άλλης μορφής αποκατάσταση που παρασχέθηκε στα θύματα αυτών των πράξεων.

 11. Η Επιτροπή ανησυχεί από αναφορές για τη διάδοση ρατσιστικών στερεοτύπων και μισαλλόδοξων σχολίων από συγκεκριμένες οργανώσεις και ΜΜΕ κατά προσώπων που ανήκουν σε διαφορετικές εθνοτικές και φυλετικές ομάδες.

Η Επιτροπή απευθύνει σύσταση στο Κράτος μέλος να λάβει αποτελεσματικά μέτρα για την τιμωρία των οργανώσεων και ΜΜΕ που είναι ένοχα τέτοιων πράξεων. Περαιτέρω απευθύνει σύσταση στο Κράτος μέλος να απαγορεύσει συγκεκριμένα νεο-ναζιστικές ομάδες από την επικράτειά του και να λάβει πιο αποτελεσματικά μέτρα για να διασφαλίσει την ανεκτικότητα απέναντι σε πρόσωπα με διαφορετική εθνοτική καταγωγή.

 (…) 27. Η Επιτροπή επίσης επιθυμεί να επιστήσει την προσοχή του Κράτους μέλους στην ιδιαίτερη σημασία των συστάσεων 10, 11 και (…) και παρακαλεί το Κράτος μέλος να παράσχει αναλυτικές πληροφορίες στην επόμενη περιοδική έκθεση για συγκεκριμένα μέτρα που θα έχουν ληφθεί για την εφαρμογή αυτών των συστάσεων.»

Στις 15 Σεπτεμβρίου 2009, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας (ECRI) αποφάνθηκε για την Ελλάδα:[3]

«(…) Διατάξεις ποινικού δικαίου κατά του ρατσισμού

  1. Στην τρίτη της έκθεση, η ECRI συνέστησε στις ελληνικές αρχές να εξετάσουν λεπτομερώς την εφαρμογή των διατάξεων ποινικού δικαίου κατά του ρατσισμού, ώστε να καθορίσουν τους λόγους για τους οποίους εφαρμόζονται σπάνια. Η ECRI συνέστησε επίσης να ληφθούν κατάλληλα μέτρα για να διασφαλιστεί η πλήρης εφαρμογή τους.
  2. Η ECRI σημειώνει με ικανοποίηση ότι σύμφωνα με το Άρθρο 23 του Νόμου 3719/2008, που τροποποίησε το Άρθρο 79 του Ποινικού Κώδικα, η διάπραξη ενός αδικήματος στη βάση, μεταξύ άλλων, εθνικού, φυλετικού ή θρησκευτικού μίσους θεωρείται επιβαρυντικό στοιχείο, όπως προτείνεται στην υπ’ αριθμό 7 σύσταση γενικής πολιτικής της εθνικής νομοθεσίας για την καταπολέμηση του ρατσισμού και των φυλετικών διακρίσεων.
  3. Κάποια άτομα διώχθηκαν επιτυχώς τα τελευταία χρόνια για αντισημιτικές δημοσιεύσεις ή δημοσιεύσεις κατά των Ρομά σύμφωνα, μεταξύ άλλων, του Νόμου 927/1979 που απαγορεύει την υποκίνηση φυλετικού μίσους. Στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, το Εφετείο Αθηνών καταδίκασε τον εκδότη της εφημερίδας «Ελεύθερος Κόσμος» και έναν από τους πρώην αρθρογράφους του σε πεντάμηνη ποινή με αναστολή σύμφωνα με το νόμο αυτό για ένα άρθρο στο φύλλο της 12 Μαρτίου 2006 της εφημερίδας που περιείχε αντισημιτικές δηλώσεις. Τα ίδια άτομα καταδικάστηκαν επίσης, μαζί με έναν τρίτο κατηγορούμενο για ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ίδια εφημερίδα στις 18 Ιουνίου 2006 με γλώσσα που υποκινούσε μίσος κατά των Ρομά. Στις 13 Δεκεμβρίου 2007, ένα άτομο ιδιαίτερα γνωστό για τις ακροδεξιές του απόψεις καταδικάστηκε επίσης, από το Εφετείο Αθηνών σύμφωνα με το Νόμο 927/1979 για ένα εμφανώς αντισημιτικό βιβλίο σε ποινή 14 μηνών με αναστολή και σε 3 χρόνια επιτήρησης. Ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε στις 27 Μαρτίου 2009. Την περίοδο της συγγραφής, πληροφορίες ανέφεραν ότι φορείς της κοινωνίας των πολιτών θα προέβαιναν σε όλες τις δυνατές προσφυγές κατά της απαλλαγής του.
  4. Ενώ χαιρετίζει τις παραπάνω εξελίξεις, η ECRI εκφράζει τη λύπη της, καθώς οι αρχές ομολογούν ότι ο Νόμος 927/1979 εξακολουθεί να εφαρμόζεται σπάνια παρόλο που πληροφορίες υποδεικνύουν περιπτώσεις υποκίνησης φυλετικού μίσους στην Ελλάδα. Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις έχουν ενημερώσει επιπλέον την ECRI ότι οι παραπάνω περιπτώσεις τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου με δική τους πρωτοβουλία. Επομένως, είναι ακόμη απαραίτητες περισσότερες ενέργειες από την πλευρά του Εισαγγελέα για το σκοπό αυτό, καθώς φαίνεται ότι σπάνια υποβάλλει αυτεπαγγέλτως υποθέσεις ενώπιον του δικαστηρίου. Οι ελληνικές αρχές έχουν ενημερώσει την ECRI ότι, για το σκοπό αυτό, ορίστηκε πρόσφατα ειδικός Εισαγγελέας ως άτομο επικοινωνίας αναφορικά με τέτοιου είδους εγκλήματα και με εγκύκλιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, όλες οι διώξεις βάσει του Νόμου 927/1979 παρακολουθούνται και σχετικά στατιστικά στοιχεία αποστέλλονται στο Εθνικό Εστιακό Κέντρο για το Ρατσισμό και την Ξενοφοβία.
  5. Η ECRI συνιστά έντονα στις ελληνικές αρχές να δράσουν σθεναρά για να διασφαλίσουν την τιμωρία των παραβάσεων του Νόμου 927/1979 ώστε να καταπολεμήσουν κατάλληλα την υποκίνηση φυλετικού μίσους.
  6. Η ECRI συνιστά στις ελληνικές αρχές η αρχική και η συνεχής εκπαίδευση που παρέχεται σε δικαστές και εισαγγελείς να τονίζει τη νομοθεσία κατά του ρατσισμού γενικά και ιδιαίτερα τους νέους νόμους που προβλέπουν τα ρατσιστικά κίνητρα ενός εγκλήματος να θεωρούνται επιβαρυντικό στοιχείο για την επιβολή της ποινής.

(…) Απονομή δικαιοσύνης

  1. Οι ελληνικές αρχές έχουν ενημερώσει την ECRI ότι η Εθνική Σχολή Δικαστών παρέχει εκπαίδευση για τα ανθρώπινα δικαιώματα γενικά και τον αγώνα κατά του ρατσισμού ειδικότερα και ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης κοινοποίησε μια εγκύκλιο για το Νόμο 3304/2005 σχετικά με την «Εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού». Οι αρχές έχουν επίσης υποδείξει ότι η σχολή διοργανώνει ετήσια σεμινάρια για τα ανθρώπινα δικαιώματα και για ζητήματα που αφορούν εκείνους που ζητούν άσυλο και τους πρόσφυγες και ότι οι υπάρχοντες δικαστές παίρνουν μέρος στα σεμινάρια αυτά. Ωστόσο, η ECRI έχει λάβει αναφορές για κάποιους δικαστές και εισαγγελείς που κάνουν ρατσιστικές δηλώσεις.
  2. Η ECRI συνιστά στις ελληνικές αρχές να ενισχύσουν την αρχική και την τρέχουσα εκπαίδευση που παρέχεται στους δικαστές και τους εισαγγελείς για θέματα που αφορούν το ρατσισμό και τις φυλετικές διακρίσεις. Συνιστά επίσης να τους παρέχεται αρχική εκπαίδευση και εκπαίδευση εντός της υπηρεσίας για τη σχετική ελληνική νομοθεσία. Η ECRI συνιστά η εκπαίδευση αυτού του είδους να παρέχεται στους εισαγγελείς και η ίδια δυνατότητα να προσφέρεται και στους δικηγόρους.

Ρατσιστική βία

  1. Καθώς δεν υπάρχουν προς το παρόν επίσημα δεδομένα για εγκλήματα με κίνητρο το ρατσισμό στην Ελλάδα, είναι δύσκολο να γίνει μια ευρεία και σε βάθος ανάλυση της κατάστασης. Από τη δημοσίευση της τρίτης έκθεσης της ECRI, έχουν αναφερθεί κάποιες ενέργειες βίας εναντίον εθνοτικών μειονοτήτων στα μέσα ενημέρωση και από παράγοντες της κοινωνίας των πολιτών. Το 2006, οι τελευταίοι ανέφεραν 17 σοβαρά περιστατικά ρατσιστικής βίας κατά μεταναστών και προσφύγων, δύο σε Ρομά και δύο σε μέλη θρησκευτικών μειονοτήτων. Οι εκθέσεις υποδεικνύουν ότι στις 24 Ιουλίου 2007, ένας Αλβανός ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτους από τρεις Έλληνες στην πόλη του Βόλου. Φαίνεται ότι η υπόθεση λύθηκε, παρόλο που η ECRI δεν έχει καμία πληροφορία για την ποινή που επιβλήθηκε στους υπαίτιους. Στις 30 Δεκεμβρίου 2007, οκτώ Πακιστανοί μετανάστες δέχτηκαν επίθεση στο σπίτι τους στο Αιγάλεω, προάστιο των Αθηνών, από μια ομάδα οπλισμένων ατόμων, που είχε σαν αποτέλεσμα τη μεταφορά κάποιων από τα θύματα στο νοσοκομείο λόγω σοβαρών τραυματισμών. Το περιστατικό αυτό, που ήταν σύμφωνα με τις αναφορές το τέταρτο αυτού του τύπου κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2007, οδήγησε σε διαδηλώσεις διαμαρτυρίας στην Αθήνα το Δεκέμβριο του 2007. Η ECRI δεν έχει καμία πληροφορία για τα μέτρα που ελήφθησαν κατά των υπόπτων, παρόλο που η αστυνομία δήλωσε ότι διεξήγαγε έρευνα. Πηγές ανέφεραν υψηλά επίπεδα εγκλημάτων μίσους που αναφέρθηκαν από μετανάστες στην Ελλάδα το 2007 με το 16,4 τοις εκατό όσων απάντησαν σε μια έρευνα να δηλώνουν ότι έχουν υπάρξει θύματα τέτοιων εγκλημάτων. Συμπλοκές με ρατσιστικά κίνητρα ανάμεσα σε Αλβανούς και Έλληνες οπαδούς ποδοσφαίρου συνέβησαν το Μάρτιο 2005 και η ECRI σημειώνει με ενδιαφέρον ότι, μερικοί Έλληνες και Αλβανοί συντάκτες έκαναν έκκληση για ηρεμία και συγκράτηση πριν από το εν λόγω παιχνίδι. Όπως αναλύεται με περισσότερες λεπτομέρειες παρακάτω, αντισημιτικές ενέργειες, όπως βεβήλωση τάφων και βανδαλισμοί κατά μνημείων του Ολοκαυτώματος εξακολουθούν να συμβαίνουν. Η ECRI επισημαίνει με ανησυχία εκθέσεις συνεχούς βίας από την αστυνομία και φύλαξη συνόρων κατά Ρομά, προσφύγων, ατόμων που ζητούν άσυλο και μεταναστών. Υπάρχουν επίσης καταγγελίες σχετικά με θεωρούμενη αδράνεια της αστυνομίας σε εγκλήματα με ρατσιστικό κίνητρο και προκατάληψη κατά των μεταναστών.
  2. Οι παραπάνω εκθέσεις συνεπώς εξακολουθούν να υποδεικνύουν την ανάγκη για αύξηση της ενημέρωσης κατά των διακρίσεων για το κοινό γενικά και ιδιαίτερα για τις ομάδες μειονοτήτων καθώς και τη συνεχή ανάγκη για αποτελεσματική επιβολή του νόμου. Όσον αφορά την αστυνομία, οι αρχές έχουν ενημερώσει την ECRI για τα μέτρα που έχουν ληφθεί για την αντιμετώπιση των προβλημάτων ρατσισμού εντός της αστυνομίας από την τρίτη έκθεση της ECRI, τα οποία θα αναλυθούν παρακάτω. Η ECRI επιθυμεί σε σχέση με αυτό να επιστήσει την προσοχή τους στην υπ’ αριθμό 11 Σύσταση Γενικής Πολιτικής για την καταπολέμηση του ρατσισμού και των φυλετικών διακρίσεων στην αστυνόμευση όπου συνιστάται τα κράτη μέλη να καθιερώσουν και να εφαρμόσουν ένα σύστημα για την καταγραφή και την παρακολούθηση των ρατσιστικών περιστατικών και του βαθμού που παραπέμπονται στον εισαγγελέα και χαρακτηρίζονται τελικά ρατσιστικά αδικήματα. Σε αυτή τη Σύσταση Γενικής Πολιτικής, η ECRI συνιστά επίσης στα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι η αστυνομία ερευνά διεξοδικά τα ρατσιστικά αδικήματα, περιλαμβανομένης και της έρευνας για ρατσιστικά κίνητρα κοινών αδικημάτων και ότι ενθαρρύνουν τα θύματα και τους μάρτυρες των ρατσιστικών περιστατικών να τα αναφέρουν. Η ECRI αναφέρει με ευχαρίστηση τις πληροφορίες των ελληνικών αρχών ότι αυτή η Σύσταση Γενικής Πολιτικής έχει μεταφραστεί στα Ελληνικά και διανέμεται σε όλα τα αστυνομικά τμήματα. Οι αρχές έχουν ακόμη αναφέρει ότι το ίδιο συνέβη όσον αφορά την υπ’ αριθμό 8 Σύσταση Γενικής Πολιτικής της ECRI (για την καταπολέμηση του ρατσισμού κατά την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας) και την υπ’ αριθμό 9 (για την καταπολέμηση του αντισημιτισμού).
  3. Η ECRI συνιστά στις ελληνικές αρχές να καταπολεμήσουν τα ρατσιστικά εγκλήματα πιο ενεργά και να εμπνευστούν από τις διατάξεις της υπ’ αριθμό 11 Σύστασης Γενικής Πολιτικής για την καταπολέμηση του ρατσισμού και των φυλετικών διακρίσεων στην αστυνόμευση για το σκοπό αυτό, περιλαμβανομένων και εκείνων που αναφέρονται στο θέμα των συλλήψεων και των διώξεων.
  4. Η ECRI συνιστά στις ελληνικές αρχές να πραγματοποιήσουν μια μακροπρόθεσμη εκστρατεία κατά των ρατσιστικών εγκλημάτων με στόχο το κοινό γενικά και ιδιαίτερα τις μειονότητες, για να ενθαρρύνουν τις τελευταίες ώστε να αναφέρουν τα εγκλήματα.

Ο Ρατσισμός στο δημόσιο λόγο

  1. Στην τρίτη της έκθεση, η ECRI συνέστησε στις ελληνικές αρχές να επιστήσουν την προσοχή των εργαζομένων στα μέσα ενημέρωσης για τους κινδύνους του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας. Στις περιπτώσεις όπου έχουν δημοσιευθεί ρατσιστικά άρθρα, ενθάρρυνε έντονα τις ελληνικές αρχές να προβούν σε κάθε απαραίτητη ενέργεια προκειμένου να ασκηθεί δίωξη και να τιμωρηθούν οι υπαίτιοι.
  2. Οι ελληνικές αρχές έχουν ενημερώσει την ECRI ότι τα οπτικοακουστικά και έντυπα μέσα ενημέρωσης έχουν υιοθετήσει έναν κώδικα συμπεριφοράς και ότι όσον αφορά τα πρώτα, το Εθνικό Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο μπορεί να επιβάλλει κυρώσεις σε περιπτώσεις ρατσιστικού λόγου και το έχει ήδη κάνει ύστερα από τη δημοσίευση της τρίτης έκθεσης της ECRI. Οι αρχές θεωρούν, ωστόσο, ότι η ελευθερία του λόγου θα πρέπει να υπερισχύει και θα πρέπει να δοθεί έμφαση στην αύξηση της ενημέρωσης. Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, κάποιες περιπτώσεις υποκίνησης φυλετικού μίσους (κατά Εβραίων και Ρομά) έχουν παραπεμφθεί στο δικαστήριο στην Ελλάδα σύμφωνα με το Νόμο 927/1979 και καταδικάστηκαν, καθιερώνοντας έτσι μια νομολογία για τους περιορισμούς της ελευθερίας του λόγου όσον αφορά στην υποκίνηση του φυλετικού μίσους. Όπως αναφέρθηκε και σε άλλα σημεία της έκθεσης, τα μέσα ενημέρωσης, περιλαμβανομένων και κάποιων εφημερίδων δημοσιεύουν αντισημιτικά άρθρα. Οι αρχές έχουν ενημερώσει την ECRI ότι έχει διενεργηθεί μια εκστρατεία για την πολυπολιτισμικότητα στα μέσα ενημέρωσης για την προώθηση του πολιτισμικού διαλόγου. Ωστόσο, φαίνεται ότι είναι απαραίτητα περισσότερα μέτρα για την αύξηση της ευαισθητοποίησης των μέσων ενημέρωσης για υπεύθυνες αναφορές και για το νόμο για την υποκίνηση φυλετικού μίσους.
  3. Η ECRI συνιστά στις ελληνικές αρχές να συνεχίσουν να διασφαλίζουν την επιβολή του Νόμου 927/1979 κατά δημοσιογράφων και μέσων ενημέρωσης που υποκινούν το φυλετικό μίσος.
  4. Η ECRI ενθαρρύνει τις ελληνικές αρχές να ενημερώσουν τα μέσα ενημέρωσης, χωρίς να πλήττουν τη δημοσιογραφική ανεξαρτησία, για την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι οι πληροφορίες που παρέχουν δεν δημιουργούν κλίμα εχθρότητας κατά των μελών εθνικών ή θρησκευτικών μειονοτήτων. Συνιστά επίσης στις αρχές να υποστηρίξουν κάθε πρωτοβουλία που λαμβάνουν τα μέσα ενημέρωσης στον τομέα αυτό και να τους προμηθεύσουν με τους απαραίτητους πόρους για να παρέχουν αρχική εκπαίδευση και εκπαίδευση μέσα στην υπηρεσία για τα ανθρώπινα δικαιώματα γενικά και για τα θέματα ρατσισμού ειδικότερα.
  5. Στην τρίτη της έκθεση, η ECRI συνέστησε πιο εκτεταμένη και συστηματική αύξηση της ενημέρωσης και πρωτοβουλίες κατάρτισης που θα στοχεύουν σε δημόσιους υπαλλήλους, αιρετούς αντιπροσώπους και πολιτικούς πάνω σε ζητήματα ρατσισμού και διακρίσεων. Η ECRI επίσης συνέστησε στις ελληνικές αρχές να αναπτύξουν περαιτέρω τις δραστηριότητες αύξησης της ενημέρωσης που απευθύνονται στο ευρύ κοινό, με την διοργάνωσης, για παράδειγμα, εθνικής εκστρατείας κατά του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας.
  6. Ο επικεφαλής του ακροδεξιού κόμματος[4], που έλαβε περίπου 3% των ψήφων στις βουλευτικές εκλογές του 2007, κάνει συχνά δημόσια αντισημιτικές και ρατσιστικές δηλώσεις, κατηγορώντας ακόμη τους μετανάστες για αύξηση των εγκλημάτων που σχετίζονται με ναρκωτικά και της βίας. Έως τώρα, δεν έχει διωχθεί για καμία από αυτές τις δηλώσεις σύμφωνα με το Νόμο 927/1979. Ωστόσο, κάποιοι πολιτικοί ενεργούν πιο υπεύθυνα, όπως αναφέρθηκε στα μέσα ενημέρωσης αναφορικά με το Νομάρχη Αθηνών που εξέφρασε την επιθυμία του να βελτιώσει τις συνθήκες στέγασης των παράνομων μεταναστών στην Πλατεία Ομονοίας της Αθήνας, καθώς ζουν σε συνθήκες υποδεέστερες φυσιολογικών προτύπων.
  7. Η ECRI επισημαίνει ανησυχητικές εκθέσεις κάποιων εισαγγελέων, περιλαμβανομένου και του Προϊστάμενου της Εισαγγελίας[5], που κάνουν ρατσιστικές ή αντισημιτικές δηλώσεις χωρίς να τους επιβάλλονται κυρώσεις. Οι αρχές έχουν ενημερώσει την ECRI ότι στις 4 Ιουνίου 2008, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου εξέδωσε μια εγκύκλιο καλώντας όλους τους εισαγγελείς να αντιδράσουν άμεσα σε υποθέσεις κακής μεταχείρισης Ελλήνων ή ξένων πολιτών από κρατικούς φορείς, διώκοντας τις ισχυριζόμενες ενέργειες και, εάν κριθεί απαραίτητο, διατάσσοντας ιατροδικαστική εξέταση των θυμάτων. Φαίνεται, ωστόσο, ότι η συστηματική και ευρεία ανάπτυξη της ενημέρωσης και η κατάρτιση με στόχο, μεταξύ άλλων, τα δημόσια πρόσωπα, τους δημοσίους υπαλλήλους και τους αιρετούς αντιπροσώπους είναι ακόμη απαραίτητη. Οι ελληνικές αρχές έχουν δηλώσει ότι το 2005 τηρήθηκε σθεναρή στάση κατά της προγραμματισμένης «εκδήλωσης μίσους» στο Μελιγαλά, όπου Ευρωπαίοι ακροδεξιοί αρχηγοί είχαν σχεδιάσει να συμμετέχουν και ως αποτέλεσμα ακυρώθηκε. Αυτή η αξιέπαινη στάση θα μπορούσε, ωστόσο, να ενισχυθεί από τις αρχές στέλνοντας ένα ισχυρό μήνυμα στους δημοσίους υπαλλήλους, τα πολιτικά πρόσωπα και άλλα δημόσια πρόσωπα ότι η υποκίνηση φυλετικού μίσους είναι διώξιμο αδίκημα. Οι ενέργειες της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας εντός του πλαισίου της Εκστρατείας της UEFA Σεβαστείτε και Ενωθείτε κατά του Ρατσισμού (Respect and Unite Against Racism) είναι μια πρωτοβουλία που οι αρχές θα μπορούσαν να μιμηθούν.
  8. Όσον αφορά τα πολιτικά πρόσωπα ιδιαίτερα, η ECRI επιθυμεί να τονίσει τις αρχές που αναφέρονται στη Χάρτα των Ευρωπαϊκών Πολιτικών Κομμάτων για μια Μη Ρατσιστική Κοινωνία και στη Διακήρυξη για τη χρήση ρατσιστικών, αντισημιτικών και ξενοφοβιών στοιχείων στον πολιτικό λόγο. Στη Διακήρυξη αυτή, η ECRI αποδοκιμάζει το γεγονός ότι ως αποτέλεσμα της χρήσης ρατσιστικού, αντισημιτικού και ξενοφοβικού πολιτικού λόγου: 1) υιοθετούνται άσχημα μέτρα που επιδρούν δυσανάλογα σε συγκεκριμένες ομάδες ή επηρεάζουν την αποτελεσματική άσκηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους, 2) η μακροπρόθεσμη συνοχή της κοινωνίας καταστρέφεται, και 4) ενθαρρύνεται η ρατσιστική βία. Τα σημεία αυτά καθώς και όλες οι άλλες αρχές που παρουσιάζονται στη Χάρτα και στη Διακήρυξη μπορούν να χρησιμεύσουν σαν αναφορές για μια υπεύθυνη συμπεριφορά στον πολιτικό λόγο εκ μέρους των πολιτικών κομμάτων και των αρχών.
  9. Η ECRI παροτρύνει τις ελληνικές αρχές να διασφαλίσουν ότι ο Νόμος 927/1979 εφαρμόζεται όσον αφορά όλα τα δημόσια πρόσωπα που χρησιμοποιούν ρατσιστικό λόγο.
  10. Η ECRI συνιστά στις ελληνικές αρχές να λάβουν υπόψη την παραπάνω Διακήρυξή της για τη χρήση ρατσιστικών, αντισημιτικών και ξενοφοβιών στοιχείων στον πολιτικό λόγο.
  11. Η ECRI συνιστά και πάλι στις ελληνικές αρχές να λάβουν μέτρα ανάπτυξης της ενημέρωσης κατά του ρατσισμού, όπως εθνικές εκστρατείες ενημέρωσης. Η ECRI συνιστά επίσης να παρασχεθεί εκπαίδευση για το ρατσισμό και τις φυλετικές διακρίσεις σε δημοσίους υπαλλήλους, αιρετούς αντιπροσώπους και πολιτικούς.

(…) Αντισημιτισμό

167. Στην τρίτη της έκθεση, η ECRI συνέστησε στις ελληνικές αρχές να παρακολουθούν στενά την κατάσταση που αφορά τις αντισημιτικές ενέργειες και δηλώσεις και να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα αύξησης της ενημέρωσης και κυρώσεων προκειμένου να παύσουν τέτοιες πράξεις.

168. Μερικές θετικές εξελίξεις έχουν σημειωθεί στην Ελλάδα από τη δημοσίευση της τρίτης έκθεσης της ECRI: το 2004, η 27η Ιανουαρίου καθορίστηκε ως Ημέρα Μνήμης του Ολοκαυτώματος. Οι εβραίοι αντιπρόσωποι έχουν επίσης ενημερώσει την ECRI για την καλή συνεργασία με το Υπουργείο Παιδείας για τη διδασκαλία του Ολοκαυτώματος: τον Ιανουάριο 2006, το Κεντρικό Συμβούλιο των Εβραϊκών Κοινοτήτων δημοσίευσε, με την οικονομική υποστήριξη του Υπουργείου Παιδείας, ένα βιβλίο με τίτλο «Το Ολοκαύτωμα των Ελλήνων Εβραίων – Μνημεία και Μνήμες» και τον Ιανουάριο 2009, το Υπουργείο Εξωτερικών εξέδωσε στα Ελληνικά και στα Αγγλικά έναν αναμνηστικό τόμο για τους «Έλληνες στο Άουσβιτς – Μπίρκεναου». Οι εβραίοι αντιπρόσωποι έχουν επίσης ενημερώσει την ECRI ότι τα σχολικά βιβλία περιλαμβάνουν το Ολοκαύτωμα και ότι ένα ετήσιο συνέδριο πραγματοποιείται για το θέμα αυτό στα σχολεία.

169. Η ECRI ανησυχεί από το γεγονός ότι αντισημιτικές ενέργειες εξακολουθούν να συμβαίνουν στην Ελλάδα, κάποιες από τς οποίες έχουν αναφερθεί σε άλλα σημεία της παρούσας έκθεσης, περιλαμβανομένης και εκείνης που έγινε πρόσφατα, τον Ιανουάριο 2009, όπου εβραϊκά κοιμητήρια βεβηλώθηκαν στα Ιωάννινα και έγιναν επιθέσεις κατά συναγωγών στο Βόλο και την Κέρκυρα και στο Μνημείο του Ολοκαυτώματος στην Κέρκυρα. Τον Αύγουστο 2008, μια πλάκα που τιμούσε τη μνήμη του Ολοκαυτώματος βεβηλώθηκε στη Ρόδο από μαθητές που βιντεοσκόπησαν την πράξη τους και την έβαλαν στο διαδίκτυο. Οι τοπικές αρχές (Δήμαρχος και Νομαρχία) καταδίκασαν την επίθεση. Αντί να διενεργηθεί εγκληματολογική έρευνα, ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας επισκέφθηκε το νησί και έκανε πολύωρες συζητήσεις με τους μαθητές για την ενέργειά τους. Με αφορμή την Εθνική Ημέρα της 28ης Οκτωβρίου που εορτάζεται η αντίσταση των Ελλήνων κατά των Δυνάμεων του Άξονα, οι μαθητές των ίδιων σχολείων κατέθεσαν στεφάνι στο μνημείο στο κέντρο της πόλης της Ρόδου τιμώντας τη μνήμη των εβραίων θυμάτων του Ολοκαυτώματος. Αυτό είναι ένα παράδειγμα καλής πρακτικής για την αντιμετώπιση τέτοιου είδους ενεργειών, αλλά η ECRI ανησυχεί ωστόσο από αναφορές για πολύ λίγες έρευνες και συλλήψεις μετά από αντισημιτικές ενέργειες και για την ανάγκη περισσότερης δράσης από την πλευρά των αρχών αναφορικά με εκδηλώσεις αντισημιτισμού, παρόλο που οι αντιπρόσωποι της εβραϊκής κοινότητας ενημέρωσαν την ECRI ότι υπάρχει μια τάση προς τη βελτίωση του θέματος αυτού. Οι μηχανισμοί για παρακολούθηση των αντισημιτικών περιστατικών εκτός από εκείνους που έχουν καθιερωθεί από τις εβραϊκές κοινότητες είναι επίσης απαραίτητοι.

170. Οι αντιπρόσωποι της εβραϊκής κοινότητας έχουν επισημάνει ότι η όξυνση της διαμάχης στη Μέση Ανατολή προκαλεί τον αντισημιτισμό σε κάποια ελληνικά μέσα ενημέρωσης και ότι κάποιες εφημερίδες υπερβαίνουν τα όρια ανάμεσα στην πολιτική ανάλυση της κατάστασης και τον αντισημιτισμό. Οι ελληνικές αρχές δεν έχουν επιβάλλει αποτελεσματικές κυρώσεις σε εκείνους που δημοσιεύουν αντισημιτικά βιβλία. Ως προς το σημείο αυτό, η ECRI επιθυμεί να επιστήσει την προσοχή των ελληνικών αρχών στην υπ’ αριθμό 9 Σύσταση Γενικής Πολιτικής για την καταπολέμηση του αντισημιτισμού στην οποία καλεί τα κράτη μέλη να ποινικοποιήσουν, μεταξύ άλλων, τη δημόσια μετάδοση ή διανομή γραπτού, εικονογραφημένου ή άλλου αντισημιτικού υλικού. 

171. Η ECRI συνιστά έντονα στις ελληνικές αρχές να τηρήσουν πιο σθεναρή στάση κατά του αντισημιτισμού σε όλες του τις εκδηλώσεις διασφαλίζοντας τη σύλληψη, τη δίωξη και την καταδίκη εκείνων που διαπράττουν αντισημιτικές ενέργειες. Συνιστά επίσης την καθιέρωση ενός συστήματος για την παρακολούθηση των αντισημιτικών ενεργειών και να ενισχυθεί ο διάλογος ανάμεσα στις αρχές και τους αντιπροσώπους τις εβραϊκής κοινότητας για την καταπολέμηση του αντισημιτισμού. Η ECRI καλεί τις ελληνικές αρχές να εμπνευστούν από την υπ’ αριθμό 9 Γενική Πολιτική για την καταπολέμηση του αντισημιτισμού για το σκοπό αυτό.»

Το αναλυτικό υλικό που είχαν στη διάθεσή τους η UN CERD και η ECRI, πριν από τη διατύπωση των παρατηρήσεων και συστάσεων αυτών, όπως υποβλήθηκε από την Πολιτεία και από το ΕΠΣΕ σε συνεργασία με την Ελληνική Ομάδα για τα Δικαιώματα των Μειονοτήτων (ΕΟΔΜ), είναι διαθέσιμο στα αγγλικά στην ιστοσελίδα http://cm.greekhelsinki.gr/uploads/2010_files/memo_on_cerd_opinion_on_927-79_cases_english.doc

Οι επικρίσεις των διεθνών οργάνων δεν αφορούν την ύπαρξη ρατσιστικών φαινομένων αυτών καθ’ αυτών (όπως φαίνεται να θεωρεί η ελληνική κυβέρνηση, υιοθετώντας μια συναισθηματικά αμυντική στάση)[6] αλλά τη μη ουσιαστική αντιμετώπισή τους από την Πολιτεία. Ακόμη δε και αναμφισβήτητα θετικές εξελίξεις, όπως η τροποποίηση του άρθρου 79 Π.Κ. (με το οποίο η τέλεση εγκλήματος με κίνητρο το εθνικό, φυλετικό, θρησκευτικό μίσος ή το μίσος λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού θεωρείται ως επιβαρυντική περίσταση), δηλώνεται από την Πολιτεία ως επιθυμία εξάλειψης αρνητικών εντυπώσεων που μπορεί να επικρατούν στο εξωτερικό για την Ελλάδα[7] και όχι ως απόρροια παραδοχής του γεγονότος ότι η Ελλάδα πράγματι υπολειπόταν στον τομέα αυτό της θεσμικής προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων σε σχέση με τις σχετικές πρόνοιες του διεθνούς δικαίου και πως το έλλειμμα αυτό έπρεπε να αντιμετωπιστεί άμεσα.[8]

Αναζητώντας τα αίτια της κατάστασης αυτής και βασιζόμενο στην πολυετή και πολύπλευρη ενασχόλησή του με το αντικείμενο της καταπολέμησης των διακρίσεων στις διάφορες εκφάνσεις τους, το ΕΠΣΕ διαπιστώνει απροθυμία αν όχι άρνηση της Πολιτείας να αποδεχθεί πως στην Ελλάδα, όπως και σε κάθε άλλη χώρα της Ευρώπης, υπάρχουν κρούσματα ρατσισμού και διακρίσεων καθώς και μη λήψη αποτελεσματικών μέτρων αντιμετώπισής τους. Η απροθυμία αυτή διαφαίνεται από την εμμονή της ελληνικής κυβέρνησης να υποβαθμίζει τέτοια φαινόμενα[9] ή και να αρνείται πλήρως την ύπαρξή τους,[10] τονίζοντας παράλληλα την επάρκεια του νομοθετικού πλαισίου[11] και αποφεύγοντας να αναγνωρίσει την περιορισμένη αποτελεσματικότητά του.[12] Ειδικότερα στο ζήτημα της καταπολέμησης ρητορικής μίσους, παρατηρείται μια μάλλον τοτεμιστική επίκληση του δικαιώματος ελευθερίας της έκφρασης[13] και της «αυτορύθμισης» των Μ.Μ.Ε.[14] ως σχεδόν αποκλειστικών μεθόδων καταπολέμησης τέτοιων φαινομένων έναντι της επιβολής ποινικών κυρώσεων, σε πλήρη αντίθεση με τα προβλεπόμενα από την ευρωπαϊκή δικαϊική τάξη αλλά και την υπάρχουσα ελληνική νομοθεσία στο θέμα αυτό.

Εν όψει των ανωτέρω, δεν θα έπρεπε να θεωρείται εντελώς απροσδόκητη η απροθυμία δικαστικών λειτουργών να υιοθετήσουν περισσότερο ενεργή στάση στην καταπολέμηση του ρατσισμού, παρά σχετικά σεμινάρια ή/και επιμόρφωσή τους σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ρατσισμού κατά τη διάρκεια της φοίτησής τους στην Εθνική Σχολή Δικαστών.[15]

Η αναζήτηση σχετικής νομολογίας επιβεβαιώνει τις παραπάνω διαπιστώσεις. Γράφοντας το 2002 για το πεδίο εφαρμογής του Ν. 927/1927, ο τότε πρόεδρος Πρωτοδικών Τρικάλων Γεώργιος Αποστολάκης, παρατηρούσε ότι «Η έρευνα στα ευρετήρια των νομικών επιθεωρήσεων και περιοδικών κατέδειξε ότι δεν υπάρχει καμία δημοσιευμένη απόφαση με περιεχόμενο την (καταδικαστική ή αθωωτική) εφαρμογή του νόμου αυτού».[16] Η ελληνική κυβέρνηση παραδέχθηκε πρόσφατα ότι η εφαρμογή του Ν.3304/2005 «δεν έχει αναπτύξει το πλήρες δυναμικό της» και πως ελάχιστες τέτοιες υποθέσεις έχουν οδηγηθεί ενώπιον των δικαστηρίων.[17] Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από τη δικαστηριακή εμπειρία του ΕΠΣΕ, τη μόνη ΜΚΟ που ενεργοποίησε τις υπάρχουσες νομικές διατάξεις σχετικά με την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας. Παρά το γεγονός ότι έχει υποβάλει περί τις 55 εγκλήσεις και μηνυτήριες αναφορές για παραβίαση των σχετικών διατάξεων, μέχρι σήμερα έχει καταγραφεί μόνο μία τελεσίδικη καταδίκη (Α’ Τριμελές Εφετείο Αθηνών Πλημμελημάτων – Απόφαση 5800&5919/08) και άλλη μια πρωτόδικη καταδίκη που εκκρεμεί στο Εφετείο Αθηνών (Ι’ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών – Απόφαση 8806/2010) για παραβίαση του Ν. 927/1979 στα περισσότερο από τριάντα χρόνια στα οποία βρίσκεται σε ισχύ. Το δε γεγονός ότι μέχρι τώρα σε καμμία περίπτωση φερόμενης παραβίασης του Ν.927/1979 η δικαιοσύνη δεν έχει κινηθεί αυτεπαγγέλτως (και παρά τη σχετική τροποποίηση του Ν. 927/1979 με τον Ν.2910/2001 ακριβώς για την ευχερέστερη δίωξη τέτοιων αδικημάτων) δημιουργεί την εντύπωση της ουσιαστικής αποδοχής εκ μέρους των δικαστικών λειτουργών του ιδεολογικού θεωρήματος της Πολιτείας σχετικά με την μη ύπαρξη ρατσιστικών κρουσμάτων στους κόλπους της, ενώ θέτει υπό αμφισβήτηση και την επάρκεια της σχετικής παρεχόμενης εκπαίδευσης στους εν ενεργεία και μελλοντικούς δικαστικούς. Θα πρέπει δε να τονισθεί εδώ ότι η Απόφαση-Πλαίσιο τονίζει εμφατικά ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι αρχές οφείλουν να λειτουργούν αυτεπαγγέλτως, χωρίς να περιμένουν σχετική καταγγελία από το φερόμενο θύμα.[18]

Μια πρόσφατη εξέλιξη καθιστά επιτακτικότερη την αναθεώρηση τόσο της παρεχόμενης εκπαίδευσης και επιμόρφωσης των δικαστικών λειτουργών όσο και της συνολικότερης προσέγγισης της Πολιτείας και των οργάνων της σε θέματα ρατσισμού και ξενοφοβίας. Σε αντίθετη περίπτωση, το ΕΠΣΕ θεωρεί πως η ενσωμάτωση της Απόφασης-Πλαίσιο στην ελληνική έννομη τάξη δεν θα επιφέρει κάποιο αποτέλεσμα πέραν της προσθήκης στο νομικό οπλοστάσιο μιας ακόμη ουσιαστικά ανενεργούς διάταξης, ειδικά εν όψει της ρητής πρόνοιας της Απόφασης-Πλαίσιο περί σεβασμού των υφιστάμενων συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων,[19] η οποία στο παρόν νομολογιακό πλαίσιο μπορεί εύκολα να γίνει αντικείμενο κατάχρησης.

Η εξέλιξη αυτή είναι η απόφαση 3/2010 της Ποινικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η υπέρ του νόμου αναίρεση που είχε υποβάλλει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κατά της αθωωτικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία αθωώθηκε ο Κώστας Πλεύρης, ο οποίος είχε προηγουμένως καταδικαστεί με την απόφαση 9006/13-12-2007 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για παράβαση των άρθρων 1 και 2 του αντιρατσιστικού νόμου 927/79 με το αντισημιτικό βιβλίο του «Εβραίοι: Όλη η Αλήθεια».[20] Δεδομένου του ακραίου και πρωτόγονου αντισημιτικού μένους που χαρακτηρίζει το εν λόγω βιβλίο[21] -το οποίο δύσκολα θα μπορούσε να ξεπεράσει κάποιος επίδοξος μιμητής-, το ΕΠΣΕ θεωρεί ότι με την απόφασή του ο Άρειος Πάγος υιοθέτησε μια εξαιρετικά συσταλτική ερμηνεία σχετικά με το πεδίο εφαρμογής του Ν. 927/1979. Λόγω δε του αυξημένου κύρους της απόφασης, αναμένεται η συχνή επίκλησή της προκειμένου να νομιμοποιείται και τυπικά η (ούτως ή άλλως υφιστάμενη) απροθυμία των δικαστηρίων να εφαρμόσουν το Ν. 927/1979, ουσιαστικά καταργώντας τον.

Στο πλαίσιο αυτό μια επιγραμματική αναφορά στη νομολογία του ΕΔΔΑ σε θέματα ρητορικής μίσους και προτροπής σε βία κρίνεται αναγκαία. Η πάγια νομολογιακή θέση του ΕΔΔΑ είναι ότι το Άρθρο 10 της Σύμβασης, είτε ανεξάρτητα είτε ερμηνευμένο υπό το πρίσμα του Άρθρου 17, δεν αποκλείει τον ποινικό κολασμό του ρατσιστικού λόγου. Για την ακρίβεια, το ΕΔΔΑ θεωρεί ότι αν και αδικήματα τελούμενα δια του λόγου δεν πρέπει κατ’ αρχήν να κολάζονται ποινικά, εντούτοις η αρχή αυτή κάμπτεται όταν ο επίδικος λόγος είναι ρατσιστικός ή αποτελεί προτροπή σε βία,[22] ενώ παλαιότερα είχε τονίσει τη σημασία καταπολέμησης του φαινομένου των φυλετικών διακρίσεων «σε όλες τις μορφές και τις εκφάνσεις του».[23] Το ΕΠΣΕ είχε ετοιμάσει αναλυτικό υπόμνημα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ και της Επιτροπής του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα αλλά το Α’ Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κατά τη δίκη του Κώστα Πλεύρη δεν δέχθηκε να συμπεριληφθεί ως αναγνωστέο παρατηρώντας ότι θεωρείται πως γνωρίζει τη νομολογία, την οποία όμως στη συνέχεια αγνόησε αθωώνοντας τον κατηγορούμενο.[24]

Παράλληλα, και το ΔΕΚ έχει αποφανθεί ότι δημόσιες δηλώσεις εργοδότη σχετικά με την απόφασή του να μην προσλάβει άτομα με ορισμένη εθνοτική ή φυλετική καταγωγή συνιστά άμεση δυσμενή διάκριση κατά την πρόσληψη, και μάλιστα χωρίς να είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός συγκεκριμένου ατόμου το οποίο υπέστη ζημία από τη διάκριση.[25]

Τελειώνοντας, σημειώνεται ότι αρκετές από τις προτάσεις που ακολουθούν θα μπορούσαν να έχουν υιοθετηθεί από τα δικαστήρια και να έχουν εντυπωθεί νομολογιακά στην οικεία έννομη τάξη. Δεδομένης όμως της εξαιρετικά περιοριστικής προσέγγισης των δικαστηρίων, π.χ. στο θέμα παράστασης ως πολιτικώς εναγόντων μελών της θιγόμενης ομάδας, προκρίνεται ότι σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις είναι αναγκαίες ώστε να υπάρχει αναμφισβήτητη αποτελεσματική δυνατότητα των θιγόμενων ατόμων να προσφύγουν και να δικαιωθούν από τη δικαιοσύνη όταν υπάρχει πραγματικά ποινικά κολάσιμη ρατσιστική πράξη.

ΙΙ. Προτάσεις για την αποτελεσματικότερη ενσωμάτωση της Απόφασης-Πλαίσιο

Α. Ακριβής, τυπικά ορθή και πλήρης ενσωμάτωσή της στην ελληνική έννομη τάξη

Σύμφωνα με το ΔΕΚ, η μεταφορά του περιεχομένου μιας οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη πρέπει να γίνει με τέτοιο τρόπο ώστε τα ενδιαφερόμενα άτομα να μπορούν να την επικαλούνται αποτελεσματικά.[26] Παράλληλα, στο Πρακτικό Επεξεργασίας 348/2002 επί του Σχεδίου ΠΔ για την εφαρμογή της Οδηγίας 1997/80 σχετικά με το βάρος της απόδειξης σε περιπτώσεις διακρίσεων λόγω φύλου, το ΣτΕ επεσήμανε ότι για την ορθή εφαρμογή της Οδηγίας δεν αρκεί η απλή επανάληψη των διατάξεων του ΠΔ, χωρίς τις αναγκαίες τροποποιήσεις στους σχετικούς κώδικες δικονομίας.[27] Για το σκοπό αυτό θα πρέπει τόσο η κυρωτική διάταξη να αποδίδει με ακρίβεια το περιεχόμενο της οδηγίας, όσο και η μεταφορά της να γίνει με τον τρόπο εκείνο που θα επιτρέψει την πλήρη διασύνδεσή της με τις υφιστάμενες σχετικές διατάξεις, δημιουργώντας ένα «νομικό συνεχές» και επιτρέποντας έτσι την πληρέστερη τήρηση και εφαρμογή της.

Ως προς το πρώτο, ενδεικτικά είναι τα ερμηνευτικά προβλήματα που εξακολουθεί να παρουσιάζει ο Ν. 3304/2005. Τα κυριότερα εξ αυτών αφορούν την εξαιρετικά συσταλτική ερμηνεία του όρου «παροχή υπηρεσιών» (άρ. 4 παρ. 1. περ. η’ Ν. 3304/2005) λόγω απαίτησης παροχής αυτών «συναλλακτικά», προϋπόθεση που φαίνεται να αποκλείει την εφαρμογή της σε περιπτώσεις π.χ. παροχής οιουδήποτε τύπου άδειας από κρατικές υπηρεσίες,[28] καθώς και της ρύθμισης περί αντίστροφης του βάρους απόδειξης (άρ. 14 Ν. 3304/2005), όπου ο ενδιαφερόμενος καλείται να «αποδείξει» (και όχι απλά να ισχυριστεί βάσιμα όπως προβλέπει η Οδηγία) γεγονότα από τα οποία μπορεί να συναχθεί έμμεση ή άμεση διάκριση.[29]

Ως προς το δεύτερο, τόσο η ΕΕΔΑ όσο και η ΟΚΕ έχουν τονίσει επανειλημμένα την αναγκαιότητα ενσωμάτωσης των σχετικών διατάξεων του Ν. 3304/2005 στους διάφορους δικονομικούς κώδικες προκειμένου να διευκολύνουν την εξοικείωση με αυτές τόσο των δικαστικών λειτουργών όσο και των δικηγόρων.[30]

Παράλληλα, η Πολιτεία θα πρέπει να εξαντλήσει τα παρεχόμενα περιθώρια ευχέρειας στα Κράτη-Μέλη ως προς το εύρος της παρεχόμενης προστασίας. Έτσι για παράδειγμα το άρθρο 1 παρ. 2 παρέχει διαζευκτικά στα Κράτη-Μέλη την δυνατότητα επιλογής κολασμού συμπεριφοράς που «είτε εκδηλώνεται κατά τρόπο που διαταράσσει τη δημόσια τάξη είτε έχει απειλητικό, υβριστικό ή προσβλητικό χαρακτήρα». Το ΕΠΣΕ θεωρεί ότι η Πολιτεία δεν πρέπει να κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής αλλά να προκρίνει τον κολασμό πράξεων και στις δυο αυτές περιπτώσεις.

Αντίθετα, η Πολιτεία πρέπει να κάνει χρήση της δυνατότητας που παρέχεται από την παράγραφο 10 του Προοιμίου της Απόφασης-Πλαίσιο και να επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής της και σε εγκλήματα που στρέφονται κατά ατόμων με διαφορετικό γενετήσιο προσανατολισμό, συνεπής με το Ν. 3004/2005 και την τροποποίηση του Άρθρου 79 ΚΠΔ. Η επέκταση αυτή είναι αναγκαία γιατί σήμερα για ανάλογα εγκλήματα με θύματα τα άτομα αυτά αναζητείται η δυσκολότερη οδός της έγκλησης για ομαδική εξύβριση (υπάρχει ήδη απόφαση παραπομπής σε δίκη του Κώστα Πλεύρη μετά από έγκληση ομοερωτικών ατόμων που υποβλήθηκε μέσω του ΕΠΣΕ – Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών ΑΒΜ Α2009/92 και ΕΓ 34-2009/295 και Εισαγγελία Εφετών Αθηνών ΒΔ 252/2010).

Η επέκταση του πεδίου εφαρμογής για να περιλάβει και τα εγκλήματα μίσους ή μισαλλόδοξου λόγου κατά ομοερωτικών ατόμων αποτελεί και τμήμα της σύστασης «Σύστασης CM/Rec(2010)5 της Επιτροπής των Υπουργών των Κρατών μελών περί μέτρων για την καταπολέμηση των διακρίσεων για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου» που υιοθετήθηκε από την Επιτροπή Υπουργών στις 31 Μαρτίου 2010 (διαθέσιμη στην ιστοσελίδα https://wcd.coe.int/ViewDoc.jsp?Ref=CM/Rec(2010)5&Language=lanEnglish&Ver=original&Site=CM&BackColorInternet=C3C3C3&BackColorIntranet=EDB021&BackColorLogged=F5D383). Σε ανεπίσημη ελληνική μετάφραση διαθέσιμη στον ιστότοπο e-lawyer http://elawyer.blogspot.com/2010/04/blog-post.html, το σχετικό παράρτημα ακολουθεί:

«Παράρτημα στη Σύσταση CM/Rec(2010)5

I. Δικαίωμα στη ζωή, την ασφάλεια και την προστασία από τη βία

 A. “Εγκλήματα μίσους” και άλλα αδικήματα με κίνητρο το μίσος 

  1. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν αποτελεσματικές, άμεσες και ανεξάρτητες έρευνες για τις φερόμενες υποθέσεις εγκλημάων και άλλων αδικημάτων στις οποίες ο σεξουαλικός προσανατολισμός ή η ταυτότητα φύλου του θύματος υπάρχει εύλογη υποψία ότι αποτέλεσε κίνητρο για τον δράστη. Θα πρέπει περαιτέρω να διασφαλίζουν ότι δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην διερεύνηση αυτών των εγκλημάτων και αδικημάτων όταν φέρονται ότι τελέστηκαν από όργανα καταστολής ή από άλλα πρόσωπα που δρουν με επίσημη ιδιότητα και ότι οι υπεύθυνοι αυτών των πράξεων οδηγούνται όντως στη δικαιοσύνη και, όταν πρέπει, τιμωρούνται προκειμένου να αποφευχθεί η ατιμωρησία. 
  1. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής, η προκατάληψη έναντι του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου, ως κίνητρο, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ως επιβαρυντική περίσταση. 
  1. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίζουν ότι τα θύματα και οι μάρτυρες των “εγκλημάτων μίσους” και άλλων αδικημάτων με κίνητρο το μίσος λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου θα πρέπει να ενθαρρύνονται να καταγγέλλουν αυτά τα εγκλήματα και αδικήματα. Γι’ αυτό το λόγο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίζεται ότι οι κατασταλτικές δομές, όπως και η δικαιοσύνη, έχουν την απαραίτητη γνώση και ικανότητες να αναγνωρίζουν τέτοια εγκλήματα και αδικήματα και να παρέχουν επαρκή βοήθεια και υποστήριξη στα θύματα και τους μάρτυρες. 
  1. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίζουν την ασφάλεια και την αξιοπρέπεια όλων των προσώπων που βρίσκονται σε φυλακές ή έχει περιοριστεί η ελευθερία τους με άλλους τρόπους, συμπεριλαμβανομένων των λεσβιών, γκέι, μπαισέξουαλ και διαφυλικών προσώπων και ιδιατέρως να λαμβάνουν προστατευτικά μέτρα εναντίον των σωματικών επιθέσεων, του βιασμού και άλλων τύπων σεξουαλικών καταχρήσεων, είτε τελούνται από συγκρατούμενους είτε από το προσωικό. Τα μέτρα θα πρέπει να λαμβάνονται έτσι ώστε να προστατεύουν και να σέβονται επαρκώς τη ταυτότητα φύλου των διαφυλικών προσώπων. 
  1. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα σχετικά δεδομένα συλλέγονται και αναλύονται ως προς την πρόληψη και την φύση της διάκρισης και της έλλειψης ανεκτικότητας για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου και ιδιαιτέρως όσον αφορά τα “εγκλήματα μίσους” και τα αδικήματα με κίνητρο το μίσος που σχετίζονται με τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου.

 B. “Μισαλλόδοξος λόγος”

 6. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν απαραίτητα μέτρα για να καταπολεμήσουν όλους τους τύπους έκφρασης, συμπεριλαμβανομένων των μέσων ενημέρωσης και στο Διαδίκτυο, τα οποία πορεί ευλόγως να οδηγήσουν σε αποτελέσματα όπως παρακίνηση, διάδοση ή προώθηση μίσους ή άλλων τύπων διάκρισης εναντίον των λεσβιών, γκέι, μπαισέξουαλ και διαφυλικών προσώπων. Τέτοιος “μισαλλόδοξος λόγος” θα πρεπει να απαγορεύεται και να καταγγέλλεται δημόσια οπουδήποτε κι αν εμφανίζεται. Όλα τα μέτρα θα πρέπει να σέβονται το θεμελιώδες δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης σύμφωνα με το Άρθρο 10 της Σύμβασης και της νομολογία του Δικαστηρίου. 

  1. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να εγείρουν την επίγνωση των δημόσιων αρχών και δημόσιων θεσμών σε όλα τα επίπεδα των αρμοδιοτήτων τους να απέχουν από δηλώσεις, ιδιαιτέρως σε μέσα ενημέρωσης, οι οποίες μπορεί εύλογα να κατανοηθούν ως νομιμοποίηση αυτού του μίσους ή των διακρίσεων. 

8. Οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι άλλοι εκπρόσωποι του κράτους θα πρέπει να ενθαρρύνονται στην προώθηση της ανεκτικότητας και το σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων των λεσβιών, γκέι, μπαισέξουαλ και διαφυλικών προσώπων όταν εισέρχονται σε διάλογο με σημαντικούς εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών, συμπεριλαμβανομένων των οργανισμών μέσων ενημέρωσης και αθλητισμού, των πολιτικών οργανώσεων και των θρησκευτικών κοινοτήτων.» 

Τέλος, θα έπρεπε να εξεταστεί η πιθανότητα της κατά προτεραιότητα διερεύνησης καταγγελιών ρατσιστικών/ξενοφοβικών εγκλημάτων και εισαγωγής υποθέσεων τους στο ακροατήριο, κατ’ αντιστοιχία με τα προβλεπόμενα από το Άρθρο 22 παράγραφοι 12-13 του Ν. 2472/1997.

Β. Αναγνώριση δικαιώματος παράστασης πολιτικής αγωγής σε φυσικά και νομικά πρόσωπα

Παρά τον προοδευτικό και φιλελεύθερο χαρακτήρα του Ελληνικού Συντάγματος, ο οποίος εγγυάται το σεβασμό μιας εκτενούς σειράς ατομικών/πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, ο έλληνας δικαστής φαίνεται να αποδίδει προτεραιότητα στη δικαστική προάσπιση μόνο ορισμένων από αυτά. Έτσι, όπως έχει παρατηρηθεί ήδη από το 2002, «Σε αντίθεση προς το «προνομιακό» δικονομικό καθεστώς περιβαλλοντικών ΜΚΟ σε περιβαλλοντικές ακυρωτικές δίκες, το ΣτΕ έχει υιοθετήσει μία ιδιαίτερα στενή «ερμηνεία» του εννόμου συμφέροντος ΜΚΟ προστασίας δικαιωμάτων του ανθρώπου σε σχετικές υποθέσεις».[31]

Παρόμοια ανακολουθία παρατηρείται και μεταξύ υποθέσεων εργατικών διαφορών και υποθέσεων ανθρώπινων δικαιωμάτων. Έτσι, ενώ οι συνδικαλιστικές οργανώσεις δύνανται βάσει του άρθρου 669 ΚΠολΔ, να ενεργούν και στο δικό τους όνομα, κάνοντας χρήση της δικονομικής ιδιότητάς τους ως «μη δικαιούχου διαδίκου» (και την οποία αποβάλλουν μόνο αν ο θιγόμενος εκφράσει ρητώς την αντίρρησή) και χωρίς να αποκλείεται η εκ μέρους του ίδιου του θιγομένου άσκηση των δικαιωμάτων του, οι οργανώσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων όχι μόνο δεν απολαμβάνουν της ίδιας δυνατότητας αλλά το θύμα διάκρισης πρέπει να συναινέσει ρητά στην έναρξης δικαστικής διαδικασίας και μάλιστα με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή ιδιωτικό έγγραφο που θα φέρει θεώρηση του γνησίου της υπογραφής.[32]

Αν και τα παραπάνω αφορούν ακυρωτικές ή εργατικές διαφορές, η δικαστηριακή πρακτική των ποινικών δικαστηρίων σχετικά με τα δυο αυτά αντικείμενα είναι παρόμοια με αυτή των ακυρωτικών. Έτσι, ενώ σε ποινική υπόθεση που αφορούσε σε μόλυνση του Ασωπού, το Εφετείο Αθηνών επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση και αποδέχτηκε ότι ο Πρόεδρος της εδρεύουσας στη Σκάλα Ωρωπού Ένωσης Εξωραϊστικών και Πολιτιστικών Συλλόγων Περιοχής Ωρωπού μπορούσε να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων τόσο ατομικά (με την ιδιότητα του κατοίκου της περιοχής) όσο και με την ιδιότητα του Προέδρου των εν λόγω συλλόγων,[33] το ΕΠΣΕ παρατηρεί ότι σε υποθέσεις φερόμενης παραβίασης του Ν. 927/1979, μερικά ποινικά δικαστήρια (κυρίως σε επίπεδο εφετείου) δεν αποδέχονται την αυτοτελή παράσταση ως πολιτικώς εναγόντων ούτε των ΜΚΟ ούτε και κυρίως μελών της θιγόμενης ομάδας, παρά το γεγονός ότι τα αδικήματα αυτά ήταν μέχρι το 2001 διωκόμενα μόνο κατ’ έγκληση, προφανώς κατά παραδοχή του γεγονότος ότι οι εγκαλούντες είχαν νόμιμο συμφέρον παράστασης ως πολιτικώς ενάγοντες.

Το ΕΠΣΕ θεωρεί ότι πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα αυτοτελούς παράστασης ως πολιτικώς εναγόντων ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων ΜΚΟ οι οποίες δραστηριοποιούνται στο χώρο της καταπολέμησης των διακρίσεων και της ξενοφοβίας, όπως ισχύει άλλες χώρες όπως η Γαλλία, όπου, σε περίπτωση καταδίκης και παράλληλα με την επιβολή προστίμου, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει και καταβολή αποζημίωσης, συνήθως συμβολικού χαρακτήρα, στις εγκαλούσες ΜΚΟ.[34]

Δικαίωμα παράστασης ως πολιτικώς εναγόντων οφείλει δε να αναγνωριστεί ρητά και στα μέλη της θιγόμενης ομάδας, όπως έχει γίνει αποδεκτό από έλληνες νομικούς,[35] από την Επιτροπή του ΟΗΕ για τη Εξάλειψη των Φυλετικών Διακρίσεων (βλπ. παρακάτω) και κυρίως από τη νομολογία Πρωτοδικείων Αθηνών σε πέντε δίκες του Ν. 927/79 κατά τις οποίες δέχθηκαν την παράσταση πολιτικής αγωγής μελών των φερόμενων ως θιγόμενων ομάδων (Εβραίων ή Ρομά), με σκεπτικά που διευκολύνουν την αναζήτηση νομοθετικής κατοχύρωσης του δικαιώματος αυτού.

Πρώτο είναι το σκεπτικό της απόφασης 16819/5-3-2008 του ΙΑ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που έκανε δεκτή την παράσταση πολιτικής αγωγής Εβραίας στελέχους του ΕΠΣΕ και μετά καταδίκασε για παράβαση του άρθρου 2 Ν. 927/79 μέσα από ένα αντισημιτικό δημοσίευμα τους τρεις κατηγορούμενους στη δίκη εκείνη, στελέχη της εφημερίδας «Ελεύθερος Κόσμος»:

«Σύμφωνα με το άρθρο του Ν. 927/79 «όποιος δημόσια, είτε προφορικά είτε δια του τύπου ή δια γραπτών κειμένων ή εικονογραφήσεων ή παντός άλλου μέσου, εκφράζει ιδέες προσβλητικές κατά προσώπου ή ομάδας προσώπων, λόγω της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής τους, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή χρηματική ποινή ή και τις δύο αυτές ποινές. Με το άρθρο 24 του Ν. 1419/1984 ο νόμος αυτός συμπληρώθηκε ως εξής «όπου στο νόμο 927/79 (…) αναφέρεται η φυλετική ή εθνική καταγωγή, προστίθεται και η περίπτωση «του θρησκεύματος». Ο νόμος αυτός καθιερώνει περιπτώσεις νομοτυπικών μορφών αδικημάτων με κοινό παρανομαστή την αποτροπή διακρίσεων σε βάρος προσώπων ή ομάδας προσώπων εξ αιτίας της φυλετικής ή της εθνικής καταγωγής τους καθώς και του θρησκεύματος που ακολουθούν. Φυλετική καταγωγή νοείται η προέλέυση κάποιου από μια φυλή του ανθρώπινου γένους. Φυλή είναι το σύνολο των ανθρώπων κοινής καταγωγής που έχουν κοινά χαρακτηριστικά. Ως εθνική καταγωγή νοείται η εθνικότητα, το να κατάγεται δηλαδή κάποιος από κάποιο έθνος. Έθνος είναι σύνολο ανθρώπων που συνδέονται πνευματικά και ψυχολογικά μεταξύ τους με κοινό ιστορικό παρελθόν, κοινά στοιχεία πολιτισμού και κοινά ιδεώδη και έχουν επί το πλείστον κοινή γλώσσα. Θρησκεία είναι το σύνολο των δοξασιών σχετικά με την πίστη προς το Θεό ή τους Θεούς και τη λατρεία, συμπεριλαμβανομένων των τύπων, τελετών κ.λ.π., με τους οποίους εκδηλώνεται η πίστη και η λατρεία. Το έννομο αγαθό που προστατεύεται με τις διατάξεις του Ν. 927/79 είναι το, συνταγματικά άλλωστε κατοχυρωμένο, δικαίωμα κάθε (Έλληνα και μη) πολίτη (που βρίσκεται πάντως στην Ελλάδα) για ισότητα μεταχειρίσεως και αποφυγή φυλετικών, εθνικών και θρησκευτικών διακρίσεων ή αλλιώς το δικαίωμα να διαβιώνει κανείς στην Ελλάδα χωρίς διακρίσεις εξ αιτίας της φυλής, της εθνικότητας ή της θρησκείας του. Αντικείμενο της προσβολής (παθών) στην περίπτωση αυτή, δηλαδή του άρθρου 2 του Ν. 927/79, είναι κάποιο πρόσωπο ή συλλογικά ομάδα προσώπων που ανήκει στις ως άνω περιπτώσεις και τα οποία αυτά πρόσωπα νομιμοποιούνται να παραστούν ως πολιτική αγωγή (βλ. Η ποινική καταστολή των φυλετικών, εθνικών και θρησκευτικών διακρίσεων, Γεωργίου Αποστολάκη, ΠοινΔικ 11/2002.1184επ.). Στην προκειμένη περίπτωση ο συνήγορος υπεράσπισης του 1ου και 3ου των κατηγορουμένων υπέβαλε ένσταση για αποβολή της παράστασης πολιτικής αγωγής που δήλωσε η Gilbert Andrea-Helen, ως εβραία στο θρήσκευμα, καθόσον δεν είναι αμέσως παθούσα από το αδίκημα που τους αποδίδει με το κατηγορητήριο, αλλά εμμέσως παθούσα. Η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα, διότι στην προκειμένη περίπτωση οι κατηγορούμενοι δεν κατηγορούνται με τις διατάξεις των άρθρων 363 ΠΚ, που αντικείμενο της προσβολής είναι πάντοτε συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά με τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 927/79, που σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, το προστατευόμενο με το άρθρο αυτό έννομο αγαθό είναι το δικαίωμα κάθε (Έλληνα και μη) πολίτη (που βρίσκεται πάντως στην Ελλάδα) για ισότητα μεταχειρίσεως και αποφυγή φυλετικών, εθνικών και θρησκευτικών διακρίσεων και αντικείμενο της προσβολής (παθών) στην περίπτωση αυτή, είναι κάποιο πρόσωπο ή συλλογικά ομάδα προσώπων, που ανήκει στις ως άνω περιπτώσεις, τα οποία είναι αμέσως παθόντα, και επομένως εφόσον ή προαναφερομένη, που δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής, είναι εβραία στο θρήσκευμα και είναι μέλος της εβραϊκής ομάδας, που προσβάλλεται το θρήσκευμα τους από το δημοσίευμα των κατηγορουμένων στην εφημερίδα για τους εβραίους, νομιμοποιείται, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής.»

Ακολουθεί το σκεπτικό της απόφασης 48799/4-7-2008 του ΙΑ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών το οποίο έκανε δεκτή την παράσταση πολιτικής αγωγής δύο εκπρόσωπων οργανώσεων Ρομά και μετά καταδίκασε για παράβαση του άρθρου 2 Ν. 927/79 μέσα από ένα αντιτσιγγάνικο δημοσίευμα τους τρεις κατηγορούμενους στη δίκη εκείνη, στελέχη της εφημερίδας «Ελεύθερος Κόσμος»:

«Να απορριφθεί η ένσταση περί αποβολής της πολιτικής αγωγής που υπεβλήθη από το συνήγορο υπεράσπισης των παρόντων κατηγορημένων ο οποίος ισχυρίζεται ότι οι παριστάμενοι ως πολιτικώς ενάγοντες δεν έχουν τέτοιο δικαίωμα διότι δεν είναι αμέσως παθόντες από το αδίκημα που αποδίδεται στους κατηγορούμενους αλλά και διότι δεν προσδιορίζουν τους λόγους που προσβάλλεται η τιμή τους και σε τι συνίσταται η ζημιά τους όπως ειδικότερα αναφέρεται παραπάνω. Τα παραπάνω όμως είναι απορριπτέα διότι στην προκείμενη περίπτωση οι κατηγορούμενοι δεν κατηγορούνται με τις διατάξεις του αρθ. 363ΠΚ που αντικείμενο της προσβολής είναι πάντα συγκεκριμένο πρόσωπο αλλά με τη διάταξη αρθ. 2 ν. 927/79 κατά το οποίο προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι το δικαίωμα κάθε (Έλληνα και μη) πολίτη (που βρίσκεται στην Ελλάδα) για ισότητα μεταχείρισης και αποφυγή φυλετικών, εθνικών και θρησκευτικών διακρίσεων ή άλλως το δικαίωμα να διαβιώνει κάποιος στην Ελλάδα χωρίς διακρίσεις εξαιτίας της φυλής, της εθνικότητας ή της θρησκείας. Παθών στην περίπτωση αυτή (αρθ. 2 ν.927/79) είναι κάποιο πρόσωπο ή ομάδα προσώπων. Αν δηλαδή προσβαλλόμενη είναι κάποια ομάδα προσώπων τότε δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής έχει αυτός που επικαλείται και αποδεικνύει ότι είναι μέλος αυτής της ομάδας. Συνεπώς εφόσον αποδεικνύεται ότι οι πολιτικώς ενάγοντες ανήκουν στην ομάδα των Ρομά που προσβάλλεται από το ένδικο δημοσίευμα νομιμοποιούνται να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες. Η δε δήλωσή τους περιέχει τα από το νόμο απαιτούμενα στοιχεία αφού δηλώνουν ότι από το αδίκημα υπέστησαν ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας ζητούν να υποχρεωθούν οι κατηγορούμενοι να τους καταβάλλουν τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας. Συνεπώς η παραπάνω πολιτική αγωγή είναι νόμιμη και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την υπεράσπιση πρέπει να απορριφθούν.»

Τρίτο είναι το σκεπτικό της απόφασης 185/7-1-2009 του Γ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών το οποίο έκανε δεκτή την παράσταση πολιτικής αγωγής Εβραίας στελέχους του ΕΠΣΕ και στη συνέχεια αθώωσε δύο στελέχη της εφημερίδας «Άλφα Ένα» που κατηγορούνταν για παράβαση του άρθρου 2 Ν. 927/79 μέσα από ένα αντισημιτικό δημοσίευμα:

«Η διάταξη του άρ. 2 ν. 927/79 έχει τεθεί για την προστασία όχι μόνο του δημοσίου, αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος (πρβλ. Γ. Αποστολάκη Η Ποινική Καταστολή Φυλετικών κλπ Διακρίσεων, ΠοινΔικ 2002, 1185, 1187-8), επομένως η δηλούσα, επικαλούμενη εβραϊκή εθνικότητα, νομιμοποιείται σε παράσταση πολιτικής αγωγής για το εν λόγω αδίκημα και πρέπει να απορριφθεί η ένταση αποβολής ως αβάσιμη.»

Τέταρτο είναι το σκεπτικό της απόφασης 80816/1-12-2009 του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών το οποίο έκανε δεκτή την παράσταση πολιτικής αγωγής Εβραίας στελέχους του ΕΠΣΕ και στη συνέχεια αθώωσε τρία στελέχη των εφημερίδων «Άλφα Ένα» και «Ελεύθερος Κόσμος» που κατηγορούνταν για παράβαση του άρθρου 2 Ν. 927/79 μέσα από αντισημιτικά δημοσιεύματα:

«Σε αντίθεση µε όσα υποστηρίζει ο τρίτος των κατηγορουμένων, εξάλλου, η δηλούσα Andrea Helen Gilbert του Milton, φέρεται ως άμεσα παθούσα από το αδίκημα που αποδίδεται από τους κατηγορουμένους και, συνακόλουθα νομιμοποιείται ενεργητικώς σε παράσταση πολιτικής αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων και Αδ. Παπαδαµάκη, ό.π., σ. 159 -160), αφού το έννομο αγαθό που προστατεύεται µε τις διατάξεις του ν. 927/1979 είναι το, συνταγματικά άλλωστε κατοχυρωμένο (άρθρ. 5 παρ. 2 σε συνδ. µε 4 παρ. 1 Συντ.), δικαίωμα κάθε Έλληνα και µη πολίτη που βρίσκεται πάντως στην Ελλάδα, συνεπώς και της δηλούσας, για ισότητα μεταχειρίσεως και αποφυγή φυλετικών, εθνικών και θρησκευτικών διακρίσεων, άλλως το δικαίωμα διαβίωσης οποιουδήποτε προσώπου στην Ελλάδα χωρίς διακρίσεις εξαιτίας της φυλής, της εθνικότητας ή της θρησκείας του (βλ. Γ. Αποστολάκη, Η ποινική ,καταστολή των φυλετικών, εθνικών και θρησκευτικών διακρίσεων, ΠοινΔικ 11.1184.1185).»

Πέμπτο είναι το σκεπτικό της απόφασης 8806/29-1-2010 του Ι’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών το οποίο έκανε δεκτή την παράσταση πολιτικής αγωγής Εβραίας στελέχους του ΕΠΣΕ και στη συνέχεια καταδίκασε στέλεχος του περιοδικού «Απολλώνειο Φως» για παράβαση του άρθρου 2 Ν. 927/79 μέσα από αντισημιτικά φυλλάδια που διένειμε σε δύο δίκες του Κώστα Πλέυρη:

«Προς έγερση πολιτικής αγωγής μπορεί να προβεί, κατά το αρθρ. 63 ΚΠΔ, ο κατά τον ΑΚ δικαιούμενος σε αυτό, ήτοι ο κατά αρθρ. 914 επ. ΑΚ αμέσως ζημιωθείς από το έγκλημα. Το επίρρημα αμέσως, που δεν έχει αναγραφεί στα σχετικά άρθρα του ΑΚ, εκφράζει όχι κάποιο αυτοτελές στοιχείο απαραίτητο προς θεμελίωση του τότε βάσιμου, αλλά μόνον τον αυτονόητα αναγκαίο αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ του εγκλήματος και της αξιώσεως του πολιτικώς ενάγοντος, χωρίς το οποίο δεν υφίσταται καν αξίωση. Περαιτέρω, από τις διατάξεις. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δεν προβλέπεται γενικευμένο δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής σε ενώσεις προσώπων, πλην αυτών που ορίζονται από ειδικούς ποινικούς νόμους, όπως π.χ. στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με το ν. 3340/2005 κλπ. Μπορεί ωστόσο το φυσικό πρόσωπο να θεμελιώσει το δικαίωμα του στη διάταξη του άρθρου 57 του ΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση η δηλούσα παράσταση πολιτικής αγωγής κατά του κατηγορουμένου για το αδίκημα του ν. 927/99,. νομιμοποιείται προς τούτο ατομικά, λόγω της εθνικής καταγωγής της και το δικαίωμά της αντλεί από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ αφού ο κατηγορούμενος φέρεται να εκφράζει προσβλητικές ιδέες κατά ομάδας προσώπων στην οποία ανήκει, κατά τους ισχυρισμούς της, και εκείνη. Πρέπει συνεπώς να απορριφθούν οι αντιρρήσεις κατά της παράστασης πολιτικής αγωγής, καθώς και τα αίτημα αποβολής της.»

Ο Ν. 927/1979 εκδόθηκε σε εφαρμογή της Διεθνούς Σύμβασης περί καταργήσεως πάσης μορφής φυλετικών διακρίσεων (Ν.Δ. 494/1970, ΦΕΚ Α΄ 77), η οποία αποβλέπει να υιοθετήσουν τα Κράτη μέρη όλα τα αναγκαία μέτρα προς ταχύτατη κατάργηση των φυλετικών διακρίσεων με όλες τις μορφές και εκδηλώσεις και να εμποδίσουν και καταπολεμήσουν φυλετικές δοξασίες και μεθόδους. Κατά την εκδίκαση υποθέσεων πρόκλησης φυλετικών διακρίσεων, η Σύμβαση αυτή (και ιδίως τα άρθρα 1 και 4) πρέπει να συνεκτιμάται από τα δικαστήρια. Για το λόγο αυτό, η νομολογία της Επιτροπής για την Εξάλειψη των Φυλετικών Διακρίσεων, οργάνου του ΟΗΕ για τον έλεγχο της εφαρμογής της Σύμβασης αυτής στην οποία εξετάζονται προσφυγές πολιτών και φορέων, πρέπει να εκτιμάται από τα εθνικά δικαστήρια. Στην απόφασή της στην υπόθεση 30/2003 Εβραϊκή Κοινότητα Όσλο και Λοιποί κατά Νορβηγίας (The Jewish community of Oslo and others v. Norway (http://daccessdds.un.org/doc/UNDOC/DER/G05/436/47/PDF/G0543647.pdf?OpenElement εκδόθηκε στις 15 Αυγούστου 2005) αναφέρεται χαρακτηριστικά:

«7.3. Oι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι ήταν ‘θύματα’ των επικαλούμενων παραβιάσεων των άρθρων 4 και 6 της Σύμβασης, λόγω της γενικής αδυναμίας του νορβηγικού δικαίου να τους προστατεύσει έναντι της διάδοσης της αντισημιτικής και ρατσιστικής προπαγάνδας. Ισχυρίζονται επίσης ότι ήταν ‘θύματα’, λόγω του ότι αποτελούν μέλη μιας συγκεκριμένης ομάδας εν δυνάμει θυμάτων. Οι προσφεύγοντες, μαζί με όποιους άλλους Εβραίους και μετανάστες, αντιμετώπισαν ένα διαρκή κίνδυνο να υποστούν αθέμιτη φυλετική διάκριση, μίσος ή βία. Αναφέρονται ιδιαίτερα στη νομολογία άλλων διεθνών οργάνων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, προκειμένου να υποστηρίξουν το επιχείρημά τους. Επικαλούνται την απόφαση της Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση Toonen κατά Αυστραλίας, όπου η ίδια η ύπαρξη ενός ειδικού νομικού καθεστώτος κρίθηκε ότι είχε άμεσες επιπτώσεις στα δικαιώματα του προσφεύγοντος, κατά τρόπον ώστε να αποτελεί παραβίαση του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Αναφέρθηκαν στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση Open Door και Dublin Well Women κατά Ιρλανδίας, στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι ορισμένοι προσφεύγοντες ήταν ‘θύματα’, επειδή ανήκαν σε μια κατηγορία προσώπων που θα μπορούσε στο μέλλον να επηρεαστούν αρνητικά από τις προσβαλλόμενες πράξεις. Ομοίως, στην παρούσα υπόθεση, οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι, μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, κινδυνεύουν να υποστούν τις επιπτώσεις από τη διάδοση ιδεών περί φυλετικής υπεροχής και την υποκίνηση φυλετικού μίσους, χωρίς να τους παρέχεται επαρκής προστασία. Ισχυρίζονται επίσης ότι η απόφαση συνέβαλε στη διαμόρφωση μιας ατμόσφαιρας όπου είναι πιθανότερες να συμβούν πράξεις ρατσισμού, συμπεριλαμβανομένων των πράξεων βίας, και για αυτό αναφέρουν συγκεκριμένα περιστατικά βίας και άλλων ‘ναζιστικών’ δραστηριοτήτων. Η Επιτροπή συμφώνησε με τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων. Έκρινε ότι δεν υπάρχει λόγος ώστε να μην υιοθετήσει παρόμοια προσέγγιση για την έννοια της ιδιότητας του ‘θύματος’ όπως υιοθετήθηκε στις προανανφερθείσες αποφάσεις . Έκρινε ότι οι προσφεύγοντες είχαν αποδείξει ότι , υπό τις παρούσες περιστάσεις, ανήκουν στην κατηγορία των εν δυνάμει θυμάτων.»

Τέλος, το ΕΔΔΑ, στην απόφασή του της 27 Ιουλίου 2010 για τις προσφυγές Aksu v. Turkey (http://cmiskp.echr.coe.int/tkp197/view.asp?action=html&documentId=871867&portal=hbkm&source=externalbydocnumber&table=F69A27FD8FB86142BF01C1166DEA398649), αποφάνθηκε θετικά για την ενεργητική νομιμοποίηση του προσφεύγοντος, εκπροσώπου της Συνομοσπονδίας Οργανώσεων Ρομά της Τουρκίας. Δέχθηκε ειδικότερα ότι, παρά το γεγονός ότι το περιεχόμενο ενός βιβλίου και ενός λεξικού που εκδόθηκαν υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού της Τουρκίας και περιείχαν κατά την άποψή του ρατσιστικά σχόλια ή/και στερεότυπα σε βάρος των Ρομά δεν αφορούσε ευθέως τον ίδιο, αυτός μπορούσε να θεωρηθεί κατ’ αρχήν ως θύμα παραβίασης των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από τη Σύμβαση, και γιατί τα τουρκικά δικαστήρια είχαν ήδη δεχθεί την ενεργητική του νομιμοποίηση ενώπιόν τους. Για την ιστορία, το ΕΔΔΑ, με οριακή πλειοψηφία 4-3, κατέληξε σε μη παραβίαση του άρθρου 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Το σκεπτικό της απόφασης επί της ουσίας όπως και, ιδιαίτερα, της μειοψηφίας είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό για κάθε διαμόρφωση νέων νομοθετημάτων κατά του ρατσισμού.

Στην υπόθεση αυτή, το ΕΠΣΕ είχε πάρει την άδεια του ΕΔΔΑ να κάνει παρέμβαση ως τρίτος (http://cm.greekhelsinki.gr/uploads/2010_files/third_party_intervention_to_turkish_roma_cases_22_10_08.doc). Η περιληπτική αναφορά του ΕΔΔΑ στις θέσεις του προσφεύγοντος, της Τουρκίας και του ΕΠΣΕ, καθώς και το σκεπτικό αποδοχής του καθεστώτος θύματος ακολουθούν στα αγγλικά:

II. ADMISSIBILITY 

  1. The victim status of the applicant
  1. The parties’ submissions 

(a)  The Government 

  1. The Government contested the admissibility of the applications, alleging that they were actio popularis in nature. They stated that the domestic courts had dismissed the applicant’s actions on the ground that the expressions in the book and the definitions in the dictionary were of a general character and did not personally affect all Roma people. The Government stated that, in particular, the applicant had failed to show that he was personally affected by the allegedly discriminatory remarks. 

(b)  The applicant 

  1. The applicant alleged that because of his Roma origin the discriminatory remarks contained in the book and the dictionary had caused him non-pecuniary damage and as a result he should be considered as having victim status. 

(c)  The Greek Helsinki Monitor 

  1. The Greek Helsinki Monitor stated that any member of an ethnic group allegedly targeted by generally discriminatory expressions based on race had the status of victim, as such expressions created prejudice against every member of that group. Referring to the judgment in the case of Micallef v. Malta (no. 17056/06, 15 January 2008), they further stated that the Court’s protection should be no less than that afforded under the domestic system: where a person’s victim status had been recognised domestically it could not be refused by the Court. 
  1. The Court’s assessment 
  1. The Court reiterates that, according to Article 34 of the Convention, the Court may receive applications from any person claiming to be the victim of a violation by one of the High Contracting Parties of the rights set forth in the Convention or the protocols thereto. The Court further reiterates that for an applicant to be able to claim to be a victim of a violation, there must be a sufficiently direct link between the applicant and the damage allegedly sustained (see Gorraiz Lizarraga and Others v. Spain, no. 62543/00, § 35, ECHR 2004‑III). It also emphasises that it has discretion as regards the granting of victim status when the complaint relates to an issue of general interest (see Micallef v. Malta [GC], no. 17056/06, § 46, ECHR 2009‑…). 
  1. In the present applications, the applicant, who is of Roma/Gypsy origin, felt offended by the language used in the book and the dictionary in question. Although he was not targeted directly in person by the author of the book or the publisher of the dictionary, he was able, under Articles 24 and 25 of the Civil Code, to initiate compensation proceedings before the domestic courts. It is therefore particularly important to note, in the Court’s view, that although the cases were dismissed in the end, the applicant had standing under domestic law to argue his cases before the domestic courts, and the merits of the applicant’s lawsuits were examined at two levels of jurisdiction.
  2. In sum, the Court concludes that in the present applications, the applicant has victim status under Article 34 of the Convention. Accordingly, the Government’s preliminary objection under this head cannot be upheld.”

Στην παρέμβασή του, το ΕΠΣΕ επισήμανε και το σχετικό απόσπασμα της απόφασης στην υπόθεση Τουρκική Ένωση Ξάνθης και λοιποί κατά Ελλάδας (http://www.nsk.gr/edad/ee477.pdf), με το οποίο το ΕΔΔΑ δέχεται την ενεργητική νομιμοποίηση και κάθε έμμεσου θύματος καταγγελλόμενης παραβίασης άρθρου(ων) της ΕΣΔΑ.

«38. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, προκειμένου να επικαλεστεί το άρθρο 34 της Σύμβασης, ο προσφεύγων πρέπει να πληροί δύο προϋποθέσεις: πρέπει να υπάγεται σε μία από τις κατηγορίες προσφευγόντων που μνημονεύονται σε αυτή την διάταξη της Σύμβασης και πρέπει να μπορεί να υποστηρίξει ότι είναι θύμα μιας παραβίασης της Σύμβασης. Σε ό,τι αφορά την έννοια του ‘θύματος’, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, αυτή πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο αυτόνομο και ανεξάρτητο από τις εθνικές έννοιες, όπως εκείνες που αφορούν το έννομο συμφέρον ή την ενεργητική νομιμοποίηση (Gorraiz Lizarraga και λοιποί κατά Ισπανίας, αριθ. 62543/00, § 35, CEDH 2004-III). Πράγματι, με τον όρο ‘θύμα’, το άρθρο 34 της Σύμβασης ορίζει το(τα) άμεσο(α) ή έμμεσο(α) θύμα(τα) της επικαλούμενης παραβίασης (SARL du Parc d’Activités de Blotzheim κατά Γαλλίας, αριθ. 72377/01, § 20, 11 Ιουλίου 2006). Το άρθρο 34 στοχεύει, έτσι, όχι μόνον στο ή στα άμεσα θύματα της επικαλούμενης παραβίασης, αλλά και οποιοδήποτε έμμεσο θύμα, στο οποίο η παραβίαση αυτή προξένησε ζημία ή το οποίο έχει νόμιμο προσωπικό συμφέρον να επιτύχει την διακοπή της (βλέπε, mutatis mutandis, Tanrikulu και λοιποί κατά Τουρκίας (déc.), αριθ. 40150/98, 6 Νοεμβρίου 2001, Open Door et Dublin Well Woman κατά Ιρλανδίας, απόφαση της 29 Οκτωβρίου 1992, série A no. 246-A, σελ. 22, § 43, και Otto-Preminger-Institut κατά Αυστρίας, απόφαση της 20 Σεπτεμβρίου 1994, série A no. 295-A, σελ. 15-16, §§ 39-41).»

Το ΕΠΣΕ τονίζει πως ακολουθώντας το σκεπτικό τόσο των αποφάσεων των ελληνικών πρωτοδικείων όσο και των αποφάσεων του ΕΔΔΑ, πρέπει να εισαχθεί με αναμφισβήτητο τρόπο στην ελληνική έννομη τάξη η ενεργητική νομιμοποίηση κάθε μέλους ή οργάνωσης θιγόμενης ομάδας ως πολιτικώς ενάγοντα(ουσας) σε υποθέσεις που αφορούν καταγγελλόμενες ρατσιστικές ενέργειες οι οποίες φέρεται να θίγουν ομάδες με βάση τα εθνικά, εθνοτικά, θρησκευτικά ή σεξουαλικού προσανατολισμού χαρακτηριστικά των μελών τους.

Τέλος, το ΕΠΣΕ θεωρεί ορθή την πρόταση της ΕΕΔΑ πως το θιγόμενο άτομο θα πρέπει να ενημερώνεται για την έναρξη της ποινικής διαδικασίας ενώ σε περίπτωση που δεν μετάσχει τελικώς στη δίκη το δεδικασμένο από αυτήν θα πρέπει να ενεργεί υπέρ αυτού και όχι σε βάρος του.[36]

Γ. Παροχή αποτελεσματικής νομικής αρωγής

Το ΕΠΣΕ παρατηρεί μια μάλλον επαμφοτερίζουσα στάση του νομοθέτη στο θέμα αυτό. Έτσι, ενώ η πρόνοια του άρθρου 15 παρ. 2 του Ν. 3226/2004[37] είναι αρκετά πρωτοποριακή (και έχει τύχει εκτεταμένης αξιοποίησης από το ΕΠΣΕ), η παρεχόμενη κατ’ άρθρο 7, παρ. 3 του Ν. 3226/04 νομική συνδρομή είναι εξόχως περιοριστική αφού οι υποθέσεις διακρίσεων παρουσιάζουν μια ιδιαίτερη προβληματική. Έτσι π.χ. είναι δύσκολο να περιμένει κανείς από ένα θύμα ρατσιστικής αστυνομικής βίας να προσκομίσει επαρκή στοιχεία που να τεκμηριώνουν τόσο την άσκηση βίας όσο και το ρατσιστικό κίνητρο αυτής, προκειμένου να του παρασχεθεί νομική συνδρομή, ενώ ο ρόλος του νομικού του παραστάτη θα έπρεπε να είναι ακριβώς η διενέργεια των απαιτούμενων πράξεων προκειμένου να συλλεχθούν κατά την ποινική διαδικασία τα σχετικά στοιχεία και τεκμήρια.[38] Το ΕΠΣΕ συντάσσεται με τις προτάσεις της ΕΕΔΑ για την εισαγωγή ρητής πρόνοιας ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 7, παρ. 3 του Ν. 3226/04 δεν ισχύουν προκειμένου για ένδικα βοηθήματα και μέσα που ασκούνται επί παραβιάσεων του ν. 927/1979 και του ν. 3304/2005.[39]

Δ. Διερεύνηση ρατσιστικού κινήτρου κατά την τέλεση αδικήματος και συλλογή στατιστικών στοιχείων για εγκλήματα μίσους

Αν και η τροποποίηση του άρθρου 79 Π.Κ. (βάσει πλέον του οποίου η τέλεση εγκλήματος από εθνικό, φυλετικό ή θρησκευτικό μίσος αποτελεί επιβαρυντική περίσταση) είναι σίγουρα ευπρόσδεκτη εξέλιξη, εντούτοις δεν φαίνεται να ακολουθήθηκε από την έκδοση σχετικής εγκυκλίου απευθυνόμενης προς τους αστυνομικούς, εισαγγελικούς και δικαστικούς λειτουργούς που να τους εφιστά την προσοχή στην υποχρέωση διερεύνησης πιθανού ρατσιστικού κινήτρου (και μάλιστα ήδη στο πλαίσιο της ποινικής προδικασίας, όταν η συλλογή σχετικών στοιχείων είναι ευχερέστερη από ό,τι κατά την ακροαματική διαδικασία), παράλειψη για την οποία η Ελλάδα έχει καταδικαστεί στο παρελθόν για παραβίαση του Άρθρου 14 της Σύμβασης.[40] Προς το παρόν μόνο η ΕΛ.ΑΣ. έχει παράσχει κατευθυντήριες οδηγίες στα όργανά της σχετικά με τις υποχρεώσεις τους όταν έρχονται αντιμέτωπα με καταγγελίες για τέλεση εγκλήματος από ρατσιστικό κίνητρο ή πως να αναγνωρίσουν τέτοια αδικήματα,[41] η οποία όμως δεν φαίνεται να έχει εφαρμοστεί ποτέ. Το ΕΠΣΕ θεωρεί ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης και η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου πρέπει να προχωρήσουν στην έκδοση σχετικών εγκυκλίων.

Ως προς το θέμα των στατιστικών στοιχείων, το ΕΠΣΕ παρατηρεί πως αν και δεν υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη που να επιτρέπει την συλλογή στοιχείων σχετικά με την εθνική ή εθνοτική καταγωγή Ελλήνων πολιτών, εντούτοις το πρώην Υπουργείο Δημόσιας Τάξης φέρεται να διατηρεί τέτοια στοιχεία, τουλάχιστον ως προς την εθνική ή εθνοτική καταγωγή θυμάτων αστυνομικής βίας.[42] Αν και το ΕΠΣΕ υπερθεματίζει τη συλλογή και δημοσιοποίηση τους, αυτή θα πρέπει να γίνεται βάσει συγκεκριμένων διατάξεων που να προσδιορίζουν τα κριτήρια υπαγωγής του ατόμου στην κάθε ομάδα. Τα στοιχεία αυτά θα πρέπει επίσης να αντανακλούν τον αριθμό των υποθέσεων που αφορούν καταγγελίες για πράξεις ρατσισμού/ξενοφοβίας σε όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας, καθώς και άλλες σχετικές πληροφορίες (ποινές που επιβλήθηκαν κ.α.) προκείμενου να μπορούν να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα για την αντιμετώπιση των φαινομένων αυτών από την Δικαιοσύνη. Η συλλογή τέτοιων στοιχείων αποτελεί και συμβατική υποχρέωση της Ελλάδας ενώπιον της Επιτροπής ΟΗΕ για την Εξάλειψη των Φυλετικών Διακρίσεων.[43] Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι, όπως πληροφόρησε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας η ελληνική κυβέρνηση, στατιστικά στοιχεία σχετικά με τις διώξεις που ασκήθηκαν βάσει του Ν. 927/1979 αποστέλλονται στο Εθνικό Εστιακό Κέντρο για το Ρατσισμό και την Ξενοφοβία, μέλους του Δικτύου RAXEN του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Στο ίδιο κείμενο η Ελλάδα ενημερώνει πως ορίστηκε πρόσφατα ειδικός Εισαγγελέας ως άτομο επικοινωνίας αναφορικά με εγκλήματα του Ν. 927/79.[44] Το ΕΠΣΕ αμφισβητεί την ακρίβεια και των δύο πληροφοριών γιατί όταν προσπάθησε να τις επιβεβαιώσει αυτό δεν κατέστη εφικτό, ενώ αντίθετα έχει το ίδιο δώσει σχετικές πληροφορίες στο Εθνικό Εστιακό Κέντρο για το Ρατσισμό και την Ξενοφοβία. Το ΕΠΣΕ θεωρεί πως η ύπαρξη ειδικού εισαγγελέα είναι χρήσιμη όπως και η συλλογή πλήρων στοιχείων που θα είναι δημόσια διαθέσιμα.

Ε. Καταπολέμηση στερεοτύπων και ρητορικής μίσους μέσω υποστηρικτικών δράσεων και μέτρων

Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, η ελληνική κυβέρνηση αναφέρεται συχνά στις εκθέσεις της προς τα διακυβερνητικά όργανα στις διάφορες εκδηλώσεις, ημερίδες και επιμορφωτικά σεμινάρια τις οποίες διοργανώνει προκειμένου να ευαισθητοποιήσει τόσο το ευρύ κοινό όσο και κρατικούς λειτουργούς σε θέματα καταπολέμησης των διακρίσεων.

Ως προς την αποτελεσματικότητα των δράσεων αυτών, το ΕΠΣΕ συντάσσεται πλήρως με τις εκτεταμένες παρατηρήσεις της ΟΚΕ η οποία στην Ετήσια Έκθεση για το 2007 παρατήρησε ότι:

«Παρακολουθώντας κανείς την ετήσια καταγραφή των εκδηλώσεων που γίνονται με αυτούς τους σκοπούς, διαπιστώνει ότι ποσοτικά υπάρχει ένας αξιόλογος απολογισμός αλλά είναι αδύνατο να διαπιστώσει τα ποιοτικά στοιχεία των εκδηλώσεων αυτών. Και φυσικά, εάν τις κρίνει εκ του αποτελέσματος (βλέπε καμία αναφορά περιπτώσεων παραβίασης της αρχής στο χώρο της απασχόλησης), εύλογα θα συνάγει αρνητικά συμπεράσματα για την αποτελεσματικότητα αυτών των εκδηλώσεων. Εμπειρικά και μόνο (αφού δεν υπάρχουν συγκεντρωτικά επεξεργασμένα στοιχεία) διαπιστώνεται ότι η συμμετοχή στις εκδηλώσεις αυτές, τόσο από πλευράς γενικού πληθυσμού όσο και από πλευράς ευάλωτων ομάδων είναι περιορισμένη και συνήθως αφορά τα ίδια άτομα που εκδηλώνουν ένα αυξημένο ενδιαφέρον για τα θέματα αυτά και που προφανώς μικρή σχετικά ανάγκη ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης. Όσον αφορά την κατάρτιση των κρατικών στελεχών, δεν τίθεται βέβαια ζήτημα ποσοτικής συμμετοχής (αφού συνήθως αυτή γίνεται στο πλαίσιο υπηρεσιακού καθήκοντος) αλλά είναι άγνωστος ο βαθμός απήχησης που έχουν αυτά τα προγράμματα.»[45]

Το ΕΠΣΕ συμφωνεί επίσης με τις αναλυτικές προτάσεις της ΟΚΕ. [46]

 ΣΤ. Προτάσεις της Ομοφυλοφιλικής και Λεσβιακής Κοινότητας Ελλάδας (ΟΛΚΕ)

Το ΕΠΣΕ επισυνάπτει αναλυτικότατη έκθεση της ΜΚΟ Ομοφυλοφιλική και Λεσβιακή Κοινότητα Ελλάδας (ΟΛΚΕ) με την οποία συνεργάζεται για τα προβλήματα ρατσισμού που αντιμετωπίζουν τα ομοερωτικά άτομα και με προτάσεις για την ενσωμάτωση της Απόφασης-Πλαίσιο και για πρόσθετες νομοθετικές ρυθμίσεις για την άρση των διακρίσεων σε βάρος τους.

[1] Βλ. Απόφαση-Πλαίσιο, Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 6 Δεκεμβρίου 2008, L 328/55, παράγραφος 6.

[2] Βλ. Καταληκτικές παρατηρήσεις της Επιτροπής του ΟΗΕ για την Εξάλειψη των Φυλετικών Διακρίσεων (UN CERD), CERD/C/GRC/CO, 19 Αυγούστου 2009, σε μετάφραση του ΕΠΣΕ στην ιστοσελίδα http://cm.greekhelsinki.gr/index.php?sec=192&cid=3511

[3] Βλ. «Έκθεση της ECRI για την Ελλάδα (τέταρτος κύκλος επιτήρησης)» (Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας – European Commission against Racism and Intolerance), στη διεύθυνση http://www.coe.int/t/dghl/monitoring/ecri/Country-by-country/Greece/GRC-CbC-IV-2009-031-GRC.pdf

[4] Το κόμμα ΛΑ.Ο.Σ.

[5] Βλ. «Οργανώσεις δικαιωμάτων καταγγέλλουν ρατσιστική δήλωση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου», Κοινό Δελτίο Τύπου της Πρωτοβουλίας για Δικαιοσύνη σε Ανοικτή Κοινωνία (OSJI) και του Ελληνικού Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ), 6 Φεβρουαρίου 2008, διαθέσιμο στην ιστοσελίδα: http://cm.greekhelsinki.gr/index.php?sec=194&cid=3238

[6] Σχολιάζοντας τις εκθέσεις των Υπουργείων Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης προς την Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών κατά των Βασανιστηρίων (UNCAT), η ΕΕΔΑ παρατήρησε το 2001 ότι και οι δυο «Όχι σπάνια δίνουν μια εικόνα με χαρακτηρισμούς απόλυτους (πχ απόλυτος σεβασμός των δικαιωμάτων του ανθρώπου από τους Αστυνομικούς), ή πατριωτικούς (πχ παρ. 2 Μέρους Α της ΄Εκθεσης του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης), που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα όχι μόνο την ελληνική αλλά όλων των χωρών.» Βλ. Παρατηρήσεις επί της από 26.10.2001 Τέταρτης Περιοδικής Έκθεσης του Ελληνικού Υπουργείου Δικαιοσύνης προς την Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών κατά των Βασανιστηρίων (UNCAT), διαθέσιμο στην ιστοσελίδα

http://www.nchr.gr/media/gnwmateuseis_eeda/ellinikes_ektheseis_enwpion_dietthnwn_or/ohe/ekthesi_ypdikaiosinis_gia_vasanistiria2001.doc, σ. 1.

[7] Έτσι ο τότε Υπουργός Δικαιοσύνης αιτιολόγησε την τροποποίηση του άρθρου 79 Π.Κ λέγοντας πως με την τροποποίηση αυτή δεν θα δινόταν πλέον η εικόνα στο Συμβούλιο της Ευρώπης ότι η Ελλάδα «δήθεν» υστερεί στην προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Βλ. Τροπολογία στο Σχέδιο Νόμου «Μεταρρυθμίσεις για την οικογένεια, το παιδί, την κοινωνία και άλλες διατάξεις», Αιτιολογική Έκθεση, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα

http://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/bbb19498-1ec8-431f-82e6-023bb91713a9/M-SYMBIOSI.347.pdf, σ. 1.

[8] Είναι ενδεικτικό ότι καίτοι η Ελλάδα δέχεται π.χ. ότι τόσο η Σύμβαση-Πλαίσιο για την Προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων όσο και το δικαίωμα ατομικής προσφυγής κατ’ άρθρο 14 της Σύμβασης του ΟΗΕ για την Εξάλειψη των Φυλετικών Διακρίσεων αποτελούν σημαντικούς μηχανισμούς προάσπισης των ανθρώπινων δικαιωμάτων, εντούτοις προκρίνει ότι τυχόν επικύρωση της Σύμβασης και αποδοχή του δικαιώματος ατομικής προσφυγής αντίστοιχα δεν θα συνεισφέρουν ουσιαστικά στην προάσπιση των εν λόγω δικαιωμάτων καθώς η ελληνική έννομη τάξη παρέχει επαρκείς εγγυήσεις σεβασμού τους. Βλ. Απάντηση Ελλάδας στις ερωτήσεις 17 και 18 της List of Issues της UN CERD, http://www2.ohchr.org/english/bodies/cerd/docs/Written_replies_Greece_CERD75.doc, σσ. 26-28.

[9] Απαντώντας στις αιτιάσεις της ECRI σχετικά με την εκφορά αντισημιτικού λόγου (μεταξύ άλλων και του προέδρου του ΛΑ.ΟΣ.), η ελληνική κυβέρνηση παρατήρησε ότι «η συντριπτική πλειοψηφία αυτών των περιπτώσεων αφορά περιθωριακά άτομα και Μ.Μ.Ε – τα ίδια άτομα που γοητεύονται από πάσης φύσης ασυναρτησίες. Το γεγονός ότι ορισμένα δημόσια πρόσωπα κατά καιρούς δανείζονται φρασεολογία αυτής της αισθητικής (sic) είναι οπωσδήποτε μεμπτό, σίγουρα όμως όχι ενδεικτικό της ελληνικής πολιτικής ζωής και κοινωνίας.» Βλ. Έκθεση της ECRI για την Ελλάδα (τέταρτος κύκλος επιτήρησης), http://www.coe.int/t/dghl/monitoring/ecri/Country-by-country/Greece/GRC-CbC-IV-2009-031-GRC.pdf, σ. 73. Καίτοι η αναφορά σε «δημόσιο πρόσωπο» και «πολιτική ζωή» ουσιαστικά φωτογραφίζει τον πρόεδρο του ΛΑ.ΟΣ και αποτελεί μια από τις λίγες περιπτώσεις καταδίκης (έστω και μάλλον άτολμης) της αντισημιτικής ρητορικής, η ελληνική κυβέρνηση νωρίτερα είχε παρατηρήσει ότι «Ο ισχυρισμός ότι μέλη της Νομοθετικής και Δικαστικής Εξουσίας συχνά προβαίνουν σε ‘ρατσιστικές ή αντισημιτικές δηλώσεις’ είναι αθεμελίωτος και ως εκ τούτου απαράδεκτος. Όπως είχαμε την ευκαιρία να επισημάνουμε και στην τρίτη έκθεση, ‘οι πληροφορίες που φθάνουν στην ECRI από διάφορες πηγές και περιλαμβάνονται σε αυτήν την έκθεση ενίοτε δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα σχετικά με την πολιτική μη διάκρισης των κρατικών Αρχών.’» Βλ. Έκθεση της ECRI για την Ελλάδα (τέταρτος κύκλος επιτήρησης), όπ. π., σελ. 67. Η ελληνική κυβέρνηση βεβαίως παραλείπει να παράσχει οιαδήποτε πληροφορία για τα μέτρα που έλαβε αναφορικά με καταγγελίες που «ενίοτε» ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Παράλληλα, υποβαθμίζει φαινόμενα βεβήλωσης εβραϊκών θρησκευτικών χώρων: «τα περιστατικά αντισημιτισμού στην Ελλάδα είναι κατ’ ουσίαν σπάνια και σχεδόν πάντοτε αποτελούν εκδηλώσεις όχι αντισημιτικού συναισθήματος, αλλά εφηβικής παραβατικότητας (π.χ. φθορές σε κρατικά ή θρησκευτικά μνημεία)», παρ’ ότι δεν υπάρχει καμιά έκθεση ελληνικής αρχής πολλώ δε μάλλον δικαστική απόφαση που να καταλήγεις ε αυτή τη διαπίστωση. Βλ. Έκθεση της ECRI για την Ελλάδα (τέταρτος κύκλος επιτήρησης), όπ. π., σελ. 72.

[10] Αρνούμενη ενώπιον του ΟΗΕ την ύπαρξη «οργανωμένου νεο-ναζιστικού κινήματος» («In Greece there is no organized Neo-Nazi movement»). Βλ. Απάντηση Ελλάδας στην ερώτηση 4 της List of Issues της UN CERD, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα http://www2.ohchr.org/english/bodies/cerd/docs/Written_replies_Greece_CERD75.doc, σ. 6.

[11] Απαντώντας π.χ. στις αιτιάσεις της ECRI σχετικά με ρατσιστικές δηλώσεις εισαγγελικών λειτουργών και αφού τονίσει ότι καθήκον των εισαγγελέων και δικαστών είναι η εφαρμογή του νόμου, υπενθυμίζοντας παράλληλα το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο, η ελληνική κυβέρνηση θεωρεί ότι αρκεί η καταγγελία τέτοιων περιστατικών στις αρμόδιες αρχές προκειμένου να διερευνηθούν, παραβλέποντας ότι αυτό θα έπρεπε να γίνει αυτεπαγγέλτως. Βλ. Έκθεση της ECRI για την Ελλάδα (τέταρτος κύκλος επιτήρησης), http://www.coe.int/t/dghl/monitoring/ecri/Country-by-country/Greece/GRC-CbC-IV-2009-031-GRC.pdf, σ. 67.

[12] Όπως παρατήρησε και η ΕΕΔΑ: «Θα ήταν επίσης, κατά την άποψη της ΕΕΔΑ, ιδιαίτερα σημαντικό να αναδεικνύεται σε πολλά σημεία και η πραγματική κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα αναφορικά με την προστασία των ατομικών, ιδίως, δικαιωμάτων, εφόσον δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις, τις οποίες η ΕΕΔΑ έχει, ήδη, αναδείξει με προηγούμενες αποφάσεις της και κατά τις οποίες παρουσιάζεται μεγάλη διάσταση ανάμεσα στη νομική και την κοινωνική πραγματικότητα, με αποτέλεσμα η παρουσίαση κατ’ αποκλειστικότητα της νομικής κατάστασης να οδηγεί σε μία εξωραϊσμένη εικόνα της ελληνικής πραγματικότητας, μη ανταποκρινόμενη πάντοτε στα πράγματα.» Βλ. ΕΕΔΑ, Παρατηρήσεις επί του σχεδίου Έκθεσης της Ελληνικής Δημοκρατίας για το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), 4 Φεβρουαρίου 2004, διαθέσιμο στην διεύθυνση

http://www.nchr.gr/media/gnwmateuseis_eeda/ellinikes_ektheseis_enwpion_dietthnwn_or/ohe/paratiriseis_epi_sxediou_elladas_stin_epitropi_atom_kai_polit_dikaiwmatwn2004.doc, σ. 3. Βλ. επίσης και υποσημείωση 6 παραπάνω.

[13] Σύμφωνα με την ελληνική κυβέρνηση: «Νομικά μέτρα για την καταστολή της δυνατότητας έκφρασης ανάρμοστων ιδεών σταθμίζονται σε νομικούς κύκλους. Ωστόσο, θα πρέπει να συγκρατηθεί ότι η φιλελεύθερη ελληνική νομοθεσία περί ελευθερίας της έκφρασης και ελευθεροτυπίας εισήχθη αμέσως μετά την πτώση της δικτατορίας των Συνταγματαρχών – μια περίοδος κατά την οποία τέτοιας ελευθερίες είχαν περιορισθεί σημαντικά – και ως εκ τούτου χαίρει εντυπωσιακής και ομόφωνης αποδοχής μεταξύ όλων των στρωμάτων της κοινωνίας.». Βλ. Έκθεση της ECRI για την Ελλάδα (τέταρτος κύκλος επιτήρησης), http://www.coe.int/t/dghl/monitoring/ecri/Country-by-country/Greece/GRC-CbC-IV-2009-031-GRC.pdf, σ. 73.

[14] Βλ. Δέκατη έκτη έως δέκατη ένατη περιοδική έκθεση της Ελλάδας, CERD/C/GRC/19, 3 Απριλίου 2008, http://www2.ohchr.org/english/bodies/cerd/docs/CERD.C.GRC.19EN.doc, παράγραφοι 136 – 156.

[15] Βλ. προαναφερθείσα παράγραφο 80 της Έκθεσης της ECRI για την Ελλάδα (τέταρτος κύκλος επιτήρησης), http://www.coe.int/t/dghl/monitoring/ecri/Country-by-country/Greece/GRC-CbC-IV-2009-031-GRC.pdf,.

[16] Βλ. Η ποινική καταστολή των φυλετικών, εθνικών και θρησκευτικών διακρίσεων, Ποιν. Δικ. 11/2002, σελ. 1184.

[17] Βλ. Δέκατη έκτη έως δέκατη ένατη περιοδική έκθεση της Ελλάδας, CERD/C/GRC/19, 3 Απριλίου 2008, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα http://www2.ohchr.org/english/bodies/cerd/docs/CERD.C.GRC.19EN.doc παράγραφος 266. Το σχετικό απόσπασμα έχει στα αγγλικά ως εξής: «Admittedly, Law 3004/2005 (sic), which introduces effective legal means of protection and redress, has not developed its full potential yet. The number of complaints submitted is small and confined mainly to the public sector. Few cases under the above Law have been brought before the competent Courts».

[18] Βλ. Άρθρο 8 της Απόφασης-Πλαίσιο: «Έναρξη έρευνας και άσκηση δίωξης. Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίσει ότι οι έρευνες σχετικά με πράξεις που αναφέρονται στα άρθρα 1 και 2 ή η δίωξή τους δεν εξαρτώνται από αναφορά ή καταγγελία του θύματος, τουλάχιστον στις σοβαρότερες περιπτώσεις κατά τις οποίες η πράξη έχει τελεσθεί στην επικράτειά του» καθώς επίσης και την παράγραφο 11 του Προοιμίου.

[19] Βλ. Άρθρο 7 της Απόφασης-Πλαίσιο.

[20] Βλ. το από 30 Απριλίου 2010 δελτίο τύπου του ΕΠΣΕ το οποίο και περιέχει σχολιασμένο το κείμενο της απόφασης, διαθέσιμο στην ιστοσελίδα http://cm.greekhelsinki.gr/uploads/2010_files/ghm1293_areios_pagos_plevris_greek.doc

[21] Βλ. το σχετικό κατηγορητήριο όπως και το σκεπτικό της μειοψηφίας των δικαστών του ΑΠ υπέρ της αναίρεσης της απόφασης, στο από 30 Απριλίου 2010 δελτίο τύπου του ΕΠΣΕ, όπ. π.

[22] Βλ. ΕΔΔΑ, Κατράμη κατά Ελλάδας, αρ. προσφυγής 19331/05, απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2007, παρ. 39: «Το ∆ικαστήριο επισηµαίνει, πρωτίστως, ότι, στην παρούσα υπόθεση, επεβλήθη στην προσφεύγουσα ποινή φυλακίσεως ενός έτους µε αναστολή, ποινή η οποία συνιστά ποινική κύρωση. Το ∆ικαστήριο εκτιµά ότι µία ποινή φυλακίσεως η οποία επιβάλλεται για αδίκηµα το οποίο ετελέσθη στον τοµέα του Τύπου, είναι συµβατή µε την ελευθερία της δηµοσιογραφικής εκφράσεως, την οποία εγγυάται το άρθρο 10 της Συµβάσεως, µόνον υπό εξαιρετικές περιστάσεις, και ειδικότερα όταν έχουν βάναυσα θιγεί άλλα θεµελιώδη δικαιώµατα, όπως, π.χ., στην περίπτωση λόγου ο οποίος προωθεί το µίσος ή τη βία (βλ., mutatis mutandis, Sürek και Özdemir κατά της Τουρκίας [GC], αριθ. προσφυγών 23927/94 και 24277/94, παρ. 63, απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999)» (διαθέσιμη στην http://www.nsk.gr/edad/ee447.pdf)

[23] ΕΔΔΑ, Jersild v. Denmark, αρ. προσφυγής 15890/89, απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 1994, παρ. 30.

[24] «Δίκη Πλεύρη: Άρειος Πάγος και Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου απαγορεύουν ναζισμό και φασισμό» Δελτίο τύπου του ΕΠΣΕ διαθέσιμο στην http://cm.greekhelsinki.gr/index.php?sec=194&cid=3403.

[25] Βλ. ΔΕΚ υπόθεση C-54/07, Centrum voor gelijkheid van kansen en voor racismebestrijding κατά Firma Feryn NV της 10 Ιουλίου 2008, παράγραφοι 25 και 28 (διαθέσιμη στην http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=CELEX:62007J0054:EL:HTML). Σημειώνεται πάντως ότι εγχώρια η υπόθεση είχε εισαχθεί δικαστικά με τη διαδικασία των εργατικών διαφορών.

[26] Βλ. ΕΕΔΑ «Παρατηρήσεις σχετικά με το N. 3304/2005 για τη εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού» και προτάσεις σχετικά με την ανάγκη τροποποίησής του, 2010, διαθέσιμο στην ιστοσελίδα

http://www.nchr.gr/media/gnwmateuseis_eeda/diakriseis/n_3304.doc , σ. 15.

[27] Ανωτέρω, όπ. π.

[28] Βλ. Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΟΚΕ), Γνώμη: «Εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού», Έκθεση έτους 2007 – Άρθρο 18 του Ν. 3304/2005, Ιούνιος 2008, διαθέσιμη στην

http://www.oke.gr/opinion/op_196_08.pdf, σ. 23.

[29] Όπ. π.

[30] Βλ. ΕΕΔΑ, Παρατηρήσεις σχετικά με το N. 3304/2005, οπ. π., σελ. 16, ΟΚΕ, Γνώμη: «Εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού», οπ. π., σ. 23.

[31] Βλ. Σιταρόπουλος Νίκος, Το ζήτημα της παρέμβασης Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων σε υποθέσεις σχετικές με την προστασία δικαιωμάτων του ανθρώπου (Σχολιασμός της Απόφασης 575/2001 ΣτΕ, Δ’ Τμήμα),Το Σύνταγμα 2/2002, σελ 245-253, σελ, 247.

[32] Αρθρο 13, παρ. 3 Ν. 3304/2005.

[33] Εφετείο Αθηνών (Ε’ Τριμελές Πλημ/των), Αποφάσεις 2265Α, 2391/2008.

[34] Έτσι π.χ. όπως αναφέρεται και στην απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Soulas et autres c. France, αρ. προσφυγής 15948/03, απόφαση της 10ης Ιουλίου 2008, το Εφετείο του Παρισίου (Ποινικό Τμήμα) επεδίκασε αποζημίωση ενός ευρώ στην ΜΚΟ Ligue contre le racisme et l’intolérance (LICRA) και δεκαπέντε λεπτών στην ΜΚΟ Mouvement contre le racisme et pour l’amitié entre les peuples (MRAP). Βλ. επίσης και ΔΕΚ υπόθεση C-54/07, όπ.π, παράγραφο 39, όπου το ΔΕΚ παρατήρησε ότι ακόμη και σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει παθών αλλά ο ενάγων είναι ΜΚΟ ή άλλος οργανισμός (και εφόσον η δυνατότητα αυτή παρέχεται από το εγχώριο δίκαιο), τότε και πάλι οι κυρώσεις θα πρέπει να είναι αποτελεσματικές. Ενδεικτικά το ΔΕΚ προτείνει την δημοσιοποίηση της απόφασης με το σχετικό κόστος να βαραίνει τον εναγόμενο, επιβολή χρηματικής ποινής και τέλος επιδίκαση αποζημιώσεως στον οργανισμό που κίνησε τη διαδικασία.

[35] Βλ. Η ποινική καταστολή των φυλετικών, εθνικών και θρησκευτικών διακρίσεων, Ποιν. Δικ. 11/2002, σελ. 1184: «Αν το προσβαλλόμενο πρόσωπο είναι συγκεκριμένο, μόνο αυτό δικαιούται στην υποβολή εγκλήσεως. Αν όμως προσβαλλόμενη είναι κάποια ομάδα προσώπων, τότε έγκληση μπορεί να υποβάλλει όποιος επικαλεσθεί και αποδείξει ότι είναι μέλος αυτής της ομάδας.»

[36] ΕΕΔΑ, Παρατηρήσεις σχετικά με το N. 3304/2005, οπ. π., σελ. 18.

[37] «Δεν εκδίδεται γραμμάτιο προείσπραξης σε περίπτωση παροχής νομικής βοήθειας από δικηγόρους που ενεργούν στο πλαίσιο προγραμμάτων νομικής αρωγής μη κρατικών φορέων και οι οποίοι δεν λαμβάνουν αμοιβή για την παροχή των υπηρεσιών τους.»

[38] Βλ. και κριτική της ΕΕΔΑ, Παρατηρήσεις σχετικά με το N. 3304/2005, όπ. π., σελ. 19-20.

[39] Όπ. π., σελ. 20.

[40] Βλ. ΕΔΔΑ, Πετροπούλου-Τσακίρη κατά Ελλάδας, αρ. προσφυγής 44803/04, απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2007, παρ. 66: «Λαµβανοµένων υπόψη όλων των παραπάνω στοιχείων, το ∆ικαστήριο θεωρεί ότι η παράλειψη των αρχών να ερευνήσουν πιθανά φυλετικά κίνητρα για την κακοµεταχείριση της προσφεύγουσας, σε συνδυασµό µε τη συµπεριφορά τους κατά τη διάρκεια της έρευνας, συνιστά διάκριση ως προς τα δικαιώµατα της προσφεύγουσας, η οποία είναι αντίθετη προς το άρθρο 14 σε συνδυασµό µε το άρθρο 3 υπό το διαδικαστικό σκέλος του» (διαθέσιμη στη http://www.nsk.gr/edad/ee448.pdf)

[41] Βλ. Υπουργείο Δημόσιας Τάξης / Αρχηγείο Ελληνικής Αστυνομίας, Η αντιμετώπιση του ρατσισμού, της ξενοφοβίας, της μισαλλοδοξίας και της μη ανεκτικότητας, κατά την αστυνομική δράση , Αριθ. Πρωτ.: 7100/4/3 από 24 Μαΐου 2006.

[42] Βλ. απάντηση Ελλάδας στην List of Issues της Επιτροπής για την Εξάλειψη των Φυλετικών Διακρίσεων (UN CERD), http://www2.ohchr.org/english/bodies/cerd/docs/Written_replies_Greece_CERD75.doc, σσ. 3-5.

[43] Βλ. Καταληκτικές παρατηρήσεις της Επιτροπής ΟΗΕ για την Εξάλειψη των Φυλετικών Διακρίσεων (UN CERD), CERD/C/GRC/CO, 19 Αυγούστου 2009, εδάφιο 10: «Η Επιτροπή περαιτέρω ζητά από το Κράτος μέλος να παράσχει στην επόμενη έκθεσή του επικαιροποιημένες πληροφορίες όσον αφορά την εκ μέρους των δικαστηρίων εφαρμογή των ποινικών διατάξεων που τιμωρούν πράξεις φυλετικών διακρίσεων, όπως αυτές που περιλαμβάνονται στο Νόμο 927/1979. Τέτοιες πληροφορίες θα πρέπει να περιλαμβάνουν τον αριθμό και τη φύση των υποθέσεων ενώπιον της δικαιοσύνης, τις καταδίκες που αποφασίστηκαν και τις ποινές που επιβλήθηκαν, όπως και κάθε αποζημίωση ή άλλης μορφής αποκατάσταση που παρασχέθηκε στα θύματα αυτών των πράξεων.» Έμφαση στο πρωτότυπο.

[44] «Έκθεση της ECRI για την Ελλάδα (τέταρτος κύκλος επιτήρησης)», http://www.coe.int/t/dghl/monitoring/ecri/Country-by-country/Greece/GRC-CbC-IV-2009-031-GRC.pdf, παρ. 17: «Οι ελληνικές αρχές έχουν ενημερώσει την ECRI ότι, για το σκοπό αυτό, ορίστηκε πρόσφατα ειδικός Εισαγγελέας ως άτομο επικοινωνίας αναφορικά με τέτοιου είδους εγκλήματα και με εγκύκλιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, όλες οι διώξεις βάσει του Νόμου 927/1979 παρακολουθούνται και σχετικά στατιστικά στοιχεία αποστέλλονται στο Εθνικό Εστιακό Κέντρο για το Ρατσισμό και την Ξενοφοβία.»

[45] Βλ. Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΟΚΕ), Γνώμη: «Εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού», Έκθεση έτους 2007 – Άρθρο 18 του Ν. 3304/2005, Ιούνιος 2008, http://www.oke.gr/opinion/op_196_08.pdf, σ. 19.

[46] Όπ. π., σελ. 20 – 23.

Advertisements

22/07/2010: Σβάστικες στο Εβραϊκό Μουσείο Αθήνας

Σβάστικες στο Εβραϊκό Μουσείο Αθήνας στις 22/07/2010. Καμία γνωστή νομική συνέχεια παρότι οι δράστες καταγράφηκαν από τις κάμερες ασφαλείας.

swmu

πηγή: https://abravanel.wordpress.com/2010/07/23/swastikas-in-athens/