Διανοούμενοι και δημοσιογράφοι στηρίζουν ρατσιστικό λόγο και επιτίθενται σε ΕΠΣΕ

Το 2015-2016, τρία όργανα του ΟΗΕ και του Συμβουλίου της Ευρώπης αρμόδια για την εξέταση της εφαρμογής από την Ελλάδα των διεθνών συμβατικών δεσμεύσεών της  (στις 24 Φεβρουαρίου 2015 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας (ECRI)στις 5 Νοεμβρίου 2015 η Επιτροπή του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και στις 26 Αυγούστου 2016 η Επιτροπή για την Εξάλειψη Κάθε Μορφής Ρατσιστικών Διακρίσεων (CERD)) αποφάνθηκαν πως η Ελλάδα δεν εφαρμόζει τις διεθνείς συμβατικές υποχρεώσεις της για την ποινική δίωξη του ρατσιστικού λόγου. Επισήμαναν μάλιστα πως ο τότε πρόσφατα τροποποιημένος αντιρατσιστικός νόμος ουσιαστικά δεν είναι συμβατός με τις διεθνείς συμβατικές υποχρεώσεις της Ελλάδας λόγω της κατάργησης του παλαιού άρθρου 2 που τιμωρούσε ποινικό το ρατσιστικό λόγο και η Ελλάδα οφείλει να τον τροποποιήσει για να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της και να τιμωρεί αποτελεσματικότερα το ρατσιστικό λόγο. Οι τρεις αυτές Επιτροπές κατέληξαν στα συμπεράσματα αυτά βασιζόμενες (κυρίως ή αποκλειστικά) σε εκθέσεις και παρουσιάσεις σε αυτές από το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ).

Τις συστάσεις αυτές ουσιαστικά δεν τις έμαθε ποτέ η ελληνική κοινή γνώμη αφού κυβέρνηση, κόμματα, ΜΜΕ, ανεξάρτητες αρχές, ΑΕΙ, κτλ. δεν τις (ανα)δημοσίευσαν, κυρίως δε δεν ασχολήθηκαν με το περιεχόμενό τους, έστω (επι)κριτικά.

Αντίθετα, το ΕΠΣΕ τις μετέφρασε, δημοσίευσε και διακίνησε αμέσως. Επισήμανε τη συμβολή του σε αυτές με αναφορά στις εκθέσεις και παρουσιάσεις του στα όργανα αυτά. Τόνισε επίσης οι συστάσεις αυτές δικαιώνουν τις θέσεις του). Παράλληλα δε προχώρησε στη συνδρομή του στην υλοποίησή τους με τη δημιουργία του Παρατηρητηρίου Ρατσιστικών Εγκλημάτων, όπου καταγράφονται περιπτώσεις ρατσιστικού λόγου, ρατσιστικών διακρίσεων, ρατσιστικής βίας, ρατσιστικών βεβηλώσεων και βανδαλισμών και ρατσιστικού προφίλ.

Σχεδόν όλες οι καταγραφόμενες περιπτώσεις υποβάλλονται στη συνέχεια στην Εισαγγελέα Ρατσιστικής Βίας στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών (ή στο Τμήμα Αντιμετώπισης Ρατσιστικής Βίας της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής) για να αποφανθεί αν πρέπει να σχηματίσει δικογραφίες για τα καταγγελλόμενα. Μέχρι τον Ιούλιο 2017 έχουν σχηματισθεί από την Εισαγγελέα Ρατσιστικής Βίας περί τις 150 δικογραφίες (μόνο για ένα αναφερθέν συμβάν δεν σχηματίσθηκε δικογραφία). Όλες οι αναφορές στην Εισαγγελέα Ρατσιστικής Βίας δημοσιεύονται στη συνέχεια από το ΕΠΣΕ στο Παρατηρητήριο Ρατσιστικών Εγκλημάτων.

Ήδη έχουν παραπεμφθεί σε δίκες για κείμενά τους ο ηγέτης της “Ελλήνων Συνέλευσης” Αρτέμης Σώρρας, η συγγραφέας Σώτη Τριανταφύλλου και ο Δήμαρχος Ασπροπύργου Νίκος Μελετίου. Επίσης, από παλαιότερες ανάλογες ενέργειες του ΕΠΣΕ έχουν παραπεμφθεί σε δίκες τα στελέχη της Χρυσής Αυγής Νίκος Μιχαλολιάκος, Ηλίας Κασιδιάρης και Αλέξανδρος Πλωμαρίτης (ο τελευταίος έχει ήδη καταδικαστεί σε πρώτο βαθμό και εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσής του)Τέλος, έχει δώσει δημοσιότητα στην κλήση της για παροχή εξηγήσεων για κείμενό της η δημοσιογράφος του Βήματος Λώρη Κέζα.

Μετά τη γνωστοποίηση της παραπομπής σε δίκη της Σώτης Τριανταφύλλου (το κατηγορητήριο: 354065271-Κατηγορητήριο-Σώτης-Τριανταφύλλου) και της κλήσης για παροχή εξηγήσεων της Λώρης Κέζα υπήρξαν εκατοντάδες αντιδράσεις οι οποίες διακρίνονται σε τέσσερις κατηγορίες:

α. χαρακτηρισμός των κείμενων ως ρατσιστικών και συμφωνία με το χειρισμό τους από την εισαγγελία, 

β. χαρακτηρισμός των κείμενων ως ρατσιστικών και διαφωνία με το χειρισμό τους από την εισαγγελία, 

γ. διαφωνία τόσο με το χαρακτηρισμό των κειμένων ως ρατσιστικών όσο και με το χειρισμό τους από την εισαγγελία

δ. εντονότατη διαφωνία με το χαρακτηρισμό των δύο κειμένων ως ρατσιστικών όσο και με το χειρισμό τους από την εισαγγελία αν όχι και με την ύπαρξη του αντιρατσιστικού νόμου και επίθεση με εκατοντάδες διαστρεβλώσεις, ύβρεις και συκοφαντίες κατά του εκπροσώπου του ΕΠΣΕ Παναγιώτη Δημητρά που είχε κάνει την αναφορά στην εισαγγελία στην οποία υπήρχαν και τα δύο κείμενα.

Για το δ. θα υπάρξουν και άλλα κείμενα στο μέλλον. Εδώ θα σχολιασθεί μόνο μια αντίδραση που είχε θεσμικό χαρακτήρα, όπως θα σχολιασθούν και ανάλογες αντιδράσεις για τα α., β. και γ.

Πριν από την ανάλυση παρατίθεται δήλωση του Παναγιώτη Δημητρά στις 21 Ιουλίου 2017 στο Euronews με αφορμή τη δίκη της Σώτης Τριανταφύλλου την ίδια ημέρα (που αναβλήθηκε για τις 2 Μαΐου 2017): “Η Ελλάδα έχει επικριθεί από τον ΟΗΕ και το Συμβούλιο της Ευρώπης για την αποτυχία της να διώξει ποινικά τη ρητορική μίσους, η οποία είναι ευρέως διαδεδομένη. Μετά από αυτό, η εισαγγελέας κατά του ρατσισμού σχημάτισε περισσότερες από 150 ποινικές δικογραφίες για ρητορική μίσους και άλλα εγκλήματα μίσους, κυρίως βάσει αναφορών του Ελληνικού Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών του Ελσίνκι. Η εισαγγελέας έχει την υποστήριξη της ελληνικής κυβέρνησης στην ενέργειά της αυτή. Μια τέτοια περίπτωση είναι η Σώτη Τριανταφύλλου. Έχει παραπεμφθεί σε δίκη επειδή εμφάνισε όλους τους μουσουλμάνους ως τρομοκράτες ή συνεργούς στην τρομοκρατία και το Ισλάμ ως μια ιδεολογία εκβαρβαρισμού. Ενδεικτικό του προβλήματος είναι ότι πολλοί διανοούμενοι, συμπεριλαμβανομένων πανεπιστημιακών ακόμη και του πρώην Διαμεσολαβητή της ΕΕ, Νικηφόρου Διαμαντούρου, αντιτίθενται στη δίκη και εκφράζουν αλληλεγγύη προς τη Σώτη Τριανταφύλλου αν όχι ανοιχτή ή σιωπηρή υποστήριξη στις απόψεις της.”

Α. Η Μαρία Γιαννακάκη στηρίζει και ερμηνεύει τη δίωξη του ρατσιστικού λόγου

Το αρμόδιο στέλεχος της κυβέρνησης, η Γενική Γραμματέας Ανθρώπινων Δικαιωμάτων Μαρία Γιαννακάκη, έκανε επανειλημμένες δηλώσεις  υπέρ της δίωξης του ρατσιστικού λόγου που δεν προστατεύεται από την ελευθερία του λόγου και ανακοίνωσε την επεξεργασία νομοσχεδίου για το ρατσιστικό λόγο στο διαδίκτυο. Είναι χαρακτηριστικό πως ελάχιστα καλύφθηκαν οι τοποθετήσεις αυτές από τα ΜΜΕ.

Μαρία Γιαννακάκη (8/5/2017): “[Το κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου] σαφώς και είναι υποκίνηση, διασπορά ρατσιστικού λόγου…. Καταρχήν το να μπερδεύεις τον μέσο μουσουλμάνο με τους τζιχαντιστές είναι σαν να ταυτίζεις τον μέσο Έλληνα με τους χρυσαυγίτες…  Εδώ … δεν κρίνουμε τη λογοτεχνική αξία της κυρίας Σώτης Τριανταφύλλου. Δεύτερον, δεν κρίνουμε αν ο κ. Δημητράς, ο οποίος κινήθηκε εναντίον της, μας είναι συμπαθής ή μας είναι αντιπαθής. Εδώ πέρα λοιπόν κρίνουμε γεγονότα. Και όπως σας είπα προηγουμένως, είναι άλλο η ελευθερία του λόγου και άλλο η σπορά ρατσιστικού μίσους. Αλλά από εκεί και πέρα πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη μας και κάποια άλλα σημεία. Ότι η προστασία των ευάλωτων ομάδων από το ρατσιστικό λόγο, ενίοτε κινδυνεύει και να χαθεί στα θολά νερά του εγκλήματος γνώμης. Είναι πολύ δυσδιάκριτα, θα ’ρθει η δικαιοσύνη να τα ξεκαθαρίσει, αλλά αυτό είναι ανεξάρτητο από τα απαράδεκτα πράγματα τα οποία λέει, κατά καιρούς η κ. Τριανταφύλλου. Νομίζω ότι το ξεκαθάρισα από την αρχή. Όμως κινείται η δικαιοσύνη αυτή τη στιγμή. Η δικαιοσύνη έκρινε ότι η συγκεκριμένη υπόθεση πρέπει να συνεχιστεί και να διερευνηθεί.”

Μαρία Γιαννακάκη (19/7/2017): “Ο λόγος στα social media είναι δημόσιος λόγος. Είναι άλλο η ανωνυμία, που είναι σεβαστή και κατοχυρωμένη και συστατικό στοιχείο της διαδικτυακής επικοινωνίας και άλλο η σπορά μίσους και ο ρατσιστικός λόγος που πρέπει να τιμωρείται. Σε συνεργασία με την ΓΓ Επικοινωνίας δουλεύουμε ήδη πάνω σε ένα νομοσχέδιο για τον ρατσιστικό λόγο στο διαδίκτυο, όπου εμπλέκονται και οι πάροχοι με υποχρέωση απανάρτησης. Κάθε Δικαίωμα συνεπάγεται ευθύνη και θλίβομαι όταν μπερδεύουμε την ελευθερία του λόγου με τον ρατσιστικό λόγο που είναι παραβίαση δικαιώματος και οι χώρες έχουν θετική υποχρέωση παρέμβασης.” [σχόλιο σε ανάρτηση στο facebook]

Β. Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου διαφωνεί με την ποινική δίωξη ρατσιστικών κειμένων

Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και του Πολίτη (ΕλΕΔΑΠ) που αυτοπροσδιορίζεται ως η παλαιότερη Μη Κυβερνητική Οργάνωση προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που υπάρχει στην Ελλάδα, εξέδωσε μιαν ανακοίνωση μετά τη γνωστοποίηση της παραπομπής σε δίκη της Σώτης Τριανταφύλλου στην οποία χαρακτηρίζει απερίφραστα ρατσιστικό και μισαλλόδοξο το κείμενό της, αλλά διαφωνεί με την παραπομπή σε δίκη στηριζόμενη σε θεμιτή ερμηνεία του αντιρατσιστικού νόμου (του οποίου ζητά την περιορισμένη εφαρμογή) αλλά επικαλούμενη επίσης κατά απαράδεκτο και αντιδεοντολογικό τρόπο τη νομολογία του ΕΔΔΑ.

Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και του Πολίτη (9/5/2017): “Χωρίς αμφιβολία το επίδικο κείμενο είναι ρατσιστικό και μισαλλόδοξο. Περιλαμβάνει σοβαρές ανακρίβειες, παραποιεί την αλήθεια και προσβάλλει βάναυσα τη λογική. Αποτελεί τυπικό και προβλέψιμο δείγμα λόγου που στρέφεται συλλήβδην κατά μίας ομάδας προσώπων, την οποία και θεωρεί -εντελώς αυθαίρετα και σχεδόν μεταφυσικά- απόλυτα ομοιογενή. Κυρίως δε αποδίδει σε αυτήν  κάποιο εγγενές «κακό», από το οποίο η ομάδα και τα πρόσωπα που την αποτελούν αδυνατούν να ξεφύγουν, ακριβώς επειδή αυτό έχει αναχθεί σε συστατικό στοιχείο της ταυτότητάς τους.”

“Το ερώτημα που ανακύπτει (και) με την περίπτωση της κ. Τριανταφύλλου είναι εάν κάθε ρατσιστικός λόγος συνιστά ποινικό αδίκημα ή εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο της ελευθερίας της έκφρασης. Το άρ. 1 Ν. 927/1979 (αντιρατσιστικός νόμος), όπως σήμερα ισχύει, τιμωρεί το ρατσιστικό λόγο όχι απλώς όταν αυτός μπορεί να προκαλέσει μίσος, διακρίσεις ή βία, αλλά μόνον εφόσον θέτει ταυτόχρονα σε κίνδυνο με τρόπο απτό είτε τη δημόσια τάξη είτε τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα ή την ελευθερία των προσβαλλόμενων προσώπων. Το κείμενο της κ. Τριανταφύλλου μπορεί να προκαλεί μίσος ή διακρίσεις αλλά δύσκολα μπορεί να υποστηριχθεί πως θέτει σε διακινδύνευση τη δημόσια τάξη ή τα επιμέρους έννομα αγαθά των μουσουλμάνων.

Αποτελεί μια κατάκτηση του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, που έχει επικυρώσει μάλιστα με πάγια νομολογία του το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το να έχει κάθε πρόσωπο, μέσα σε μια δημοκρατική κοινωνία, το δικαίωμα να εκφράζει απόψεις που μπορεί να σοκάρουν, να προσβάλλουν ή να ενοχλούν. Όπως και σε άλλες περιπτώσεις ρατσιστικού λόγου που έχουν ανακύψει, θα πρέπει κάθε φορά να σταθμίζουμε με προσοχή και να ερμηνεύουμε τον ποινικό νόμο συσταλτικά. Διαφορετικά, κινδυνεύουμε να ποινικοποιούμε γνώμες και όχι πράξεις. Η ελληνική Πολιτεία δεν απαγορεύει σε κάποιον να είναι ρατσιστής, ανιστόρητος ή ισλαμοφοβικός και να το εκφράζει. Δεν του επιτρέπει όμως να το κάνει με τρόπο που θέτει (και ενδεχομένως αποβλέπει) στη διακινδύνευση ζωτικών αγαθών προσώπων.

Θα πρέπει συνεπώς η χρήση του αντιρατσιστικού νόμου να γίνεται με αυτοσυγκράτηση. Σε αντίθετη περίπτωση κινδυνεύουμε να δημιουργήσουμε ρήγματα στην ελευθερία του λόγου και να αποδυναμωθεί η προστασία που (πρέπει) να παρέχει ο αντιρατσιστικός νόμος όταν πραγματικά τίθεται σε κίνδυνο από ρητορική του μίσους η δημοκρατική μας συμβίωση  ή θεμελιώδη δικαιώματα επιμέρους προσώπων.”

Η ΕλΕΔΑ ισχυρίζεται πως “Το κείμενο της κ. Τριανταφύλλου μπορεί να προκαλεί μίσος ή διακρίσεις αλλά δύσκολα μπορεί να υποστηριχθεί πως θέτει σε διακινδύνευση τη δημόσια τάξη ή τα επιμέρους έννομα αγαθά των μουσουλμάνων.” Το ΕΔΔΑ όμως, του οποίου τη νομολογία “κακοποιεί” η ΕλΕΔΑ, έχει αποφανθεί ειδικότερα πως υποκίνηση σε ρατσιστικό μίσος (που διώκεται με το άρθρο 1 του αντιρατσιστικού νόμου) υπάρχει όχι μόνο όταν γίνεται προτροπή σε διάπραξη ρατσιστικού εγκλήματος αλλά και όταν η ελευθερία της έκφρασης ασκείται με ανεύθυνο τρόπο δηλαδή με ρατσιστική εξύβριση, γελοιοποίηση ή συκοφαντική δυσφήμηση.

Το ΕΔΔΑ επικύρωσε καταδίκη δικαστηρίων της Σουηδίας για διανομή σε μαθητές φυλλαδίων με ρατσιστικό περιεχόμενο (CASE OF VEJDELAND AND OTHERS v. SWEDEN – Application no. 1813/07 – JUDGMENT. STRASBOURG. 9 February 2012) τα βασικά σημεία της οποίας σε δική μας μετάφραση παρατίθενται στη συνέχεια:

“54. (…) Κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, αν και αυτές οι δηλώσεις δεν προτρέπουν άμεσα άτομα να διαπράξουν μισαλλόδοξες πράξεις, είναι σοβαροί ισχυρισμοί που δημιουργούν προκαταλήψεις.

55. Επιπλέον, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η υποκίνηση σε μίσος δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη μια προτροπή σε διάπραξη πράξης βίας, ή άλλων εγκληματικών πράξεων. Επιθέσεις σε πρόσωπα που γίνονται με εξύβριση, γελοιοποίηση ή συκοφαντική δυσφήμηση συγκεκριμένων ομάδων του πληθυσμού μπορεί να είναι επαρκείς ώστε οι αρχές να ταχθούν υπέρ της καταπολέμησης του ρατσιστικού λόγου όταν η ελευθερία της έκφρασης ασκείται με ανεύθυνο τρόπο (βλ Féret ν. Βελγίου, δεν υπάρχει. 15615/07, § 73, 16 Ιουλίου 2009).”

Αποτελεί δε απαράδεκτη και αντιδεοντολογική διαστρέβλωση ο ισχυρισμός της ΕλΕΔΑ πως με “πάγια νομολογία του το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου” έχει αποφανθεί πως “έχει κάθε πρόσωπο, μέσα σε μια δημοκρατική κοινωνία, το δικαίωμα να εκφράζει απόψεις που μπορεί να σοκάρουν, να προσβάλλουν ή να ενοχλούν.” Αρκεί να αναζητήσει κάποιος/α το ενημερωτικό φυλλάδιο για τη ρητορική μίσους στον ιστότοπο του ΕΔΔΑ του Ιουλίου 2017 για να διαβάσει το ακόλουθο απόσπασμα με παχιά μαύρα γράμματα  “Μπορεί να θεωρηθεί απαραίτητο να τιμωρηθούν ή ακόμα και να εμποδισθούν όλες οι μορφές έκφρασης που διαδίδουν, υποκινούν, προωθούν ή δικαιολογούν το μίσος που βασίζεται στη μισαλλοδοξία”  και στη συνέχεια δεκάδες αποφάσεις του ΕΔΔΑ με αυτό το σκεπτικό που επικυρώνουν καταδίκες ρατσιστικού λόγου από εθνικά δικαστήρια.

Η ΕλΕΔΑ στο παραπάνω κείμενο φέρεται να ζητά χρήση του αντιρατσιστικού νόμου για τιμωρία ρατσιστικού λόγου συσταλτικά, όταν στην ουσία έχει πάγια θέση κατά κάθε μορφής ποινικοποίησης του ρατσιστικού λόγου για να μην υπάρχει ποινική δίωξη “ενός τεράστιου αριθμού ανθρώπων” επειδή ο ρατσιστικός λόγος είναι διάχυτος στην Ελλάδα:. Στις 30 Μαρτίου 2011 έλεγε: “Αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα, ο ρατσιστικός λόγος είναι τόσο διάχυτος σε τμήματα της κοινής γνώμης, σε πολιτικά κόμματα -κυρίως της Ακροδεξιάς αλλά όχι μόνο-, την Εκκλησία και τα ΜΜΕ, ώστε η ποινικοποίησή του δυνητικά θα οδηγούσε σε ένα καθεστώς ποινικής δίωξης ενός τεραστίου αριθμού ανθρώπων.”  Με τη θέση της αυτή, η ΕλΕΔΑ ουσιαστικά διαφωνεί με τα προαναφερθέντα όργανα του ΟΗΕ και του Συμβουλίου της Ευρώπης  που γνωρίζουν την έκταση της διάχυσης του ρατσιστικού λόγου και απαιτούν από την Ελλάδα να υπάρχει ανάλογη διάχυση των ποινικών διώξεων.

Γ. Πανεπιστημιακοί και άλλοι διανοούμενοι (υπο)στηρίζουν το ρατσιστικό λόγο

Στις 2 Ιουνίου 2017,  δημοσιεύθηκε το ακόλουθο κείμενο με 178 υπογραφές από πλήθος ακαδημαϊκών, συγγραφέων, δημοσιογράφων, καλλιτεχνών, διανοουμένων και εκδοτών από την Ελλάδα και το εξωτερικό, σε ανοιχτή επιστολή στήριξης στη συγγραφέα και ιστορικό Σώτη Τριανταφύλλου. Στο κείμενο δεν γίνεται καμιά αναφορά στο ρατσιστικό χαρακτήρα του επίδικου κειμένου της Σώτης Τριανταφύλλου γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα πως τα άτομα που υπογράφουν την επιστολή στήριξης, στηρίζουν και το ισλαμοφοβικό κείμενό της προφανώς γιατί συμφωνούν με αυτό, αφού άλλωστε αργότερα ένας από τους υπογράφοντες, ο Πέτρος Τατσόπουλος, το αποκάλεσε θαρραλέα κριτική στην τρομοκρατία.

«Mε την υπογραφή μας, θέλουμε να εκφράσουμε την αμέριστη συμπαράστασή μας στη συγγραφέα Σώτη Τριανταφύλλου για την πολύπλευρη επίθεση που δέχεται. Θεωρούμε ότι η κατηγορία εναντίον της για το άρθρο της «Rock and roll will never die» που δημοσιεύθηκε στην Athens Voice είναι άδικη. Το άρθρο σαφώς δεν παραβιάζει τον αντιρατσιστικό νόμο, ούτε φυσικά προτρέπει κανέναν και καμία σε πράξεις βίας, μίσους ή ρατσιστικών διακρίσεων. Παράλληλα, εκφράζουμε την έντονη ανησυχία μας ότι η τυχόν καταδίκη της Σώτης Τριανταφύλλου, πέρα από την αδικία στην ίδια, μπορεί να αποτελέσει την απαρχή της ποινικοποίησης του δικαιώματος της προσωπικής άποψης. Αυτό σίγουρα δεν είναι το πνεύμα του νομοθέτη στον αντιρατσιστικό νόμο, έναν νόμο που πρέπει να διαφυλαχθεί κυρίως μέσα από τη σωστή εφαρμογή του. Είμαστε βέβαιοι ότι η ελληνική Δικαιοσύνη, ως φρουρός της δημοκρατίας, θα αποδώσει στη Σώτη Τριανταφύλλου το δίκιο της».

Το παραληρηματικό αυτό κείμενο αναφέρεται σε “πολύπλευρη επίθεση που δέχεται” η ΣΤ, με αφορμή το μοναδικό γεγονός της παραπομπής της σε δίκη: πού είναι η πολύπλευρη επίθεση, αν όχι στο μυαλό οπαδών των θεωριών συνωμοσιών; Στη συνέχεια αποκαλούν “άδικη” [sic] την κατηγορία εναντίον της για ένα άρθρο που κατά τα υπογράφοντα άτομα δεν παραβιάζει τον αντιρατσιστικό νόμο αλλά αποτελεί “προσωπική άποψη” που πρέπει να έχει δικαίωμα να την εκφράζει ελεύθερα, σε πείσμα του διεθνούς δικαίου, που δεν θεωρεί το ρατσισμό άποψη αλλά έγκλημα. Τέλος, προτρέπουν στη σωστή εφαρμογή του αντιρατσιστικού νόμου. Όλοι αυτοί και όλες αυτές που υπογράφουν δεν αντέχουν στον κόπο να λάβουν υπόψη τις αυστηρές συστάσεις ΟΗΕ και Συμβουλίου της Ευρώπης. Τι περιφρονούν αφού κάνουν ξεκάθαρο πως διεκδικούν το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση του ρατσιστικού μίσους (τους) και της γενικότερης μισαλλοδοξίας (τους), καθώς ποτέ κανένας και καμιά τους δεν έχει γράψει το παραμικρό πχ. για τις παραβιάσεις των δικαιωμάτων των μειονοτήτων στην Ελλάδα.

Δ. Η ελληνική δημοσιογραφία υπέρ του ρατσιστικού λόγου και κατά των ΜΚΟ

Τέλος, στις 14 Ιουλίου 2017, η ελληνική δημοσιογραφία στο σύνολό της (γιατί κανένας/καμία δημοσιογράφος δεν διαφοροποιήθηκε μετά την ανακοίνωση), με την ακόλουθη ανακοίνωση της ΠΟΕΣΥ, αποκάλεσαν “κριτική στη θέση που επιφυλάσσουν οι ισλαμικές κοινωνίες στην γυναίκα” το ακραίο ισλαμοφοβικό κείμενο της Λώρας Κέζα στο Βήμα, στο οποίο μεταξύ των άλλων περιλαμβάνονται και ψευδείς ισχυρισμοί για φερόμενες πρακτικές στο μουσουλμανικό κόσμο γενικά που όμως ισχύουν μόνο σε ελάχιστες χώρες και άρα δεν αποτελούν απόρροια του Ισλάμ, όπως και για το ότι κάποιοι δήθεν θεωρούν πως πρέπει να γίνονται δεκτές στο δυτικό κόσμο.

Στη συνέχεια η ελληνική δημοσιογραφία στο σύνολό της εξύβρισε το ΕΠΣΕ ως “ΜΚΟ, αγνώστου προελεύσεως προσπαθούν να δικαιολογήσουν την ύπαρξη τους, επιβάλλοντας όρους στην έκφραση των δημοσιογράφων και στην θεσμική λειτουργία του Τύπου, επιδιώκοντας με τον τρόπο αυτό να χειραγωγήσουν την δημοσιογραφία και τους λειτουργούς της προς όφελος τους.” 

Φυσικά η η ελληνική δημοσιογραφία στο σύνολό της είναι “κατηγορούμενη” για εκτεταμένη χρήση ρατσιστικού λόγου από τα όργανα του ΟΗΕ και του Συμβουλίου της Ευρώπης που βασίστηκαν στις εκθέσεις ακριβώς αυτής της ΜΚΟ που με την ανακοίνωσή της καθυβρίζει η ΠΟΕΣΥ η οποία βέβαια δεν έχει τολμήσει να “απαντήσει” στις συστάσεις του ΟΗΕ και του Συμβουλίου της Ευρώπης:

 “Η Επιτροπή για την Εξάλειψη Κάθε Μορφής Ρατσιστικών Διακρίσεων ανησυχεί για την αύξηση στη ρητορική μίσους από το 2009… ουσιαστικά στοχοποιώντας μετανάστες, Ρομά, Εβραίους και Μουσουλμάνους, μεταξύ άλλων μέσω των μέσων μαζικής επικοινωνίας, του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης… Η Επιτροπή καλεί το Συμβαλλόμενο Κράτος να λάβει μέτρα αποτελεσματικής πρόληψης, καταπολέμησης και τιμωρίας της ρατσιστικής ρητορικής μίσους και των ρατσιστικών εγκλημάτων μίσους… η Επιτροπή συνιστά στο Συμβαλλόμενο Κράτος: (α) Να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για τη δίωξη ατόμων, συμπεριλαμβανομένων πολιτικών, για τις πράξεις που προβλέπονται από το άρθρο 4, … Η Επιτροπή επιθυμεί να τονίσει ότι το θεμελιώδες δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης δεν πρέπει να υπονομεύει τις αρχές της αξιοπρέπειας, της ανεκτικότητας, της ισότητας και της μη διάκρισης, καθώς η άσκηση του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης φέρει μαζί της ιδιαίτερες ευθύνες, μεταξύ των οποίων είναι η υποχρέωση της μη διάδοσης ιδεών βασισμένων στη φυλετική ανωτερότητα ή στο φυλετικό μίσος… (γ) Να διασφαλίσει ότι τα μέσα μαζικής επικοινωνίας δεν στιγματίζουν, δεν παράγουν στερεότυπα και δεν στοχεύουν αρνητικά μη-πολίτες και εθνοτικές μειονότητες.”

Οι ομιλίες μίσους είναι ευρέως διαδεδομένες στα ΜΜΕ και στο διαδίκτυο. Είναι σε μεγάλο βαθμό ανεξέλεγκτες και ατιμώρητες… Η ECRI συνιστά ο νόμος 927/1979 να εφαρμόζεται πάντα σε περιπτώσεις ομιλιών μίσους στα ΜΜΕ.”

Με την ανακοίνωση της ΠΟΕΣΥ, η ελληνική δημοσιογραφία στο σύνολό της περιφρονεί τις συστάσεις των διεθνών οργανισμών και, όπως και σημαντικό τμήμα της ελληνικής πανεπιστημιακής και άλλης διανόησης, διεκδικεί το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση του ρατσιστικού μίσους (της) και της γενικότερης μισαλλοδοξίας (της).

Όχι στην ποινικοποίηση δημοσιογράφων

Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

Τον τελευταίο καιρό παρακολουθούμε με αγανάκτηση μια διαρκώς αναπτυσσόμενη προσπάθεια φίμωσης του Τύπου, μέσω της υποβολής μηνύσεων και της άσκησης ποινικών διώξεων εις βάρος δημοσιογράφων. Φαίνεται, ότι κάποιοι θεωρούν, ότι με τον τρόπο αυτό, θα επιτύχουν την εξαφάνιση της ελευθερίας του δημοσιογράφου να εκφράζει την άποψη του και να ασκεί κριτική.

Θύμα του πιο πρόσφατου κρούσματος ποινικοποίησης είναι η δημοσιογράφος Λώρη Κέζα, η οποία αν και έχει εδώ και λίγο καιρό μεταναστεύσει στον Καναδά, καλείται να “δώσει εξηγήσεις” ενώπιον του Τμήματος Αντιμετώπισης Ρατσιστικής Βίας, κατόπιν υποβολής μηνύσεως εις βάρος της εκ μέρους γνωστής ΜΚΟ. Το αδίκημα, που της αποδίδεται είναι “Ισλαμοφοβία και καθύβριση του Μουσουλμανικού Θρησκεύματος” και αυτό διότι με ενυπόγραφο δημοσίευμα, άσκησε κριτική στην θέση, που επιφυλάσσουν οι ισλαμικές κοινωνίες στην γυναίκα.

Δυστυχώς, δεν είναι η πρώτη φορά, που ΜΚΟ, αγνώστου προελεύσεως προσπαθούν να δικαιολογήσουν την ύπαρξη τους, επιβάλλοντας όρους στην έκφραση των δημοσιογράφων και στην θεσμική λειτουργία του Τύπου, επιδιώκοντας με τον τρόπο αυτό να χειραγωγήσουν την δημοσιογραφία και τους λειτουργούς της προς όφελος τους.

Η ΠΟΕΣΥ εκ του θεσμικού της ρόλου είναι αποφασισμένη να προασπίσει κάθε διωκόμενο συνάδελφο, που σεβόμενος την αποστολή του, δεν υποκύπτει στις προσπάθειες τρομοκράτησης και ποινικοποίησης της ελευθερίας της έκφρασης και του πλουραλισμού. Την ίδια στιγμή είμαστε αποφασισμένοι, να διασφαλίσουμε με κάθε τρόπο, το δικαίωμα του δημοσιογράφου να εκφέρει την άποψη του χωρίς λογοκρισία και χωρίς εξωθεσμικές παρεμβάσεις στο έργο του.

Και προς την κατεύθυνση αυτή καλούμε την πολιτεία και τους δικαστικούς λειτουργούς να συμβάλλουν και αυτοί, βάζοντας τάξη σε ένα άναρχο πεδίο, όπως είναι αυτό των ΜΚΟ, με απόλυτο σεβασμό στον ρόλο και στην αποστολή του Τύπου.

Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΠΟΕΣΥ

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s